Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ...1692 γεννήθηκε ο εφευρέτης της "λουγδουνικής λαγήνου" Pieter van Musschenbroek.



Σαν σήμερα, στις 14 Μαρτίου 1692, γεννήθηκε στο Leiden της Ολλανδίας ο Pieter van Musschenbroek (Μισενμπρόεκ), εφευρέτης της "λουγδουνικής λαγήνου". 

Για τους νεότερους να επισημάνω από την αρχή, ότι ο όρος "λουγδουνική" προέρχεται από την πόλη Leiden της Ολλανδίας, όπως εξελληνισμένα (προσφιλής τακτική των Ελλήνων διαφωτιστών) αναφερόταν στα παλαιότερα βιβλία φυσικής. (Με τη λέξη Λούγδουνο αναφερόταν και η πόλη Λυών της Γαλλίας.) Η "λάγηνος" βέβαια είναι η "φιάλη" και γι' αυτό σε παλαιότερη βιβλιογραφία συναντάμε και τον όρο "λουγδουνική φιάλη".
Τελικά, ο παραπάνω όρος αποτελεί μετάφραση του διεθνούς όρου "Leiden (ή Leyden στα αγγλικά) jar", δηλαδή του προγόνου ενός πυκνωτή.   

Ο πατέρας τού Pieter, ο Johannes van Musschenbroek, ήταν κατασκευαστής επιστημονικών οργάνων, όπως αεραντλίες, μικροσκόπια και τηλεσκόπια. Μητέρα του ήταν η Margaretha van Straaten. Η οικογένεια van Musschenbroek που προερχόταν από τη Φλάνδρα, μετακινήθηκε στο Ρότερνταμ γύρω στο 1590 και στη συνέχεια στο Leiden, γύρω στο 1610.

Μέχρι το 1708 ο van Musschenbroek παρακολούθησε το Λατινικό Σχολείο, όπου διδάχτηκε Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά, Γερμανικά (High German), Ιταλικά και Ισπανικά.
Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Leiden, απ' όπου πήρε το πτυχίο του το 1715 και το διδακτορικό του το 1718. Στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο όπου παρακολούθησε διαλέξεις του John Theophilus Desaguliers και του Isaac Newton. Το 1719 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφία. 

Από το 1719 μέχρι το 1723 εργάστηκε ως καθηγητής μαθηματικών και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Duisberg της Γερμανίας. Το 1721 αναγορεύτηκε επίσης καθηγητής της ιατρικής. Το 1723 μετακινήθηκε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. 
Το 1729 χρησιμοποίησε τη λέξη "φυσική" ("physics") που δεν είχε χρησιμοποιηθεί πάλι στο παρελθόν. Το 1732 έγινε και καθηγητής αστρονομίας.
Το 1739 επέστρεψε, ως καθηγητής φυσικής φιλοσοφίας (δηλ. φυσικής), στο Πανεπιστήμιο του Leiden, όπου συνεργάστηκε με τον καθηγητή μαθηματικών και φιλόσοφο Willem Jacob 's Gravesande.

Από την εποχή που ο van Musschenbroek σπούδαζε στο Leiden είχε ενδιαφερθεί για το στατικό ηλεκτρισμό. Εκείνη την εποχή μπορούσαν να παραχθούν ηλεκτρικά φορτία με μηχανήματα που στηρίζονταν στο φαινόμενο της τριβής. Όμως δεν υπήρχε τρόπος να αποθηκευτούν. Το Νοέμβριο 1745, ο van Musschenbroek με τη βοήθεια του φοιτητή του Andreas Cunaeus και τη συνεργασία του καθηγητή Jean-Nicolas-Sébastien Allamand ξεκίνησαν πειράματα παραγωγής ηλεκτρικών σπινθήρων, προσπαθώντας να κατασκευάσουν μία συσκευή όπου μπορούσαν να αποθηκευτούν τα ηλεκτρικά φορτία. Τελικά, τον Ιανουάριο 1746 η συσκευή αυτή ήταν γεγονός. Αποτελείτο από μια γυάλινη φιάλη που γέμιζε με νερό και στο εσωτερικό υπήρχε μια ορειχάλκινη ράβδος. Τα αποθηκευμένα ηλεκτρικά φορτία μπορούσαν να διαφύγουν, αν κάποιος εξωτερικός παράγοντας (π.χ. ένα χέρι) ακουμπούσε στο εξωτερικό μέρος του ορείχαλκου. 
Αμέσως μετά ο van Musschenbroek ενημέρωσε τον René Réaumur για τη συσκευή που είχε ανακαλύψει. Τότε, ήταν ο αβάς Jean-Antoine Nollet (Abbé Nollet) που μεταφράζοντας το κείμενο του Musschenbroek από τα λατινικά, έδωσε στη συσκευή το όνομα "Bouteille de Leyde", δηλαδή "φιάλη Leiden".

Πολύ σύντομα έγινε γνωστό, ότι ένας Γερμανός επιστήμονας, ο Ewald Jurgen von Kleist, εργαζόμενος ανεξάρτητα, είχε επίσης σχεδιάσει μια παρόμοια συσκευή από τις 4 Νοεμβρίου 1745, δηλαδή λίγο νωρίτερα από τον Musschenbroek.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η φιάλη Leiden αποτελεί τον πρώτο στην ιστορία πυκνωτή και η δυνατότητά της να αποθηκεύει ηλεκτρικό φορτίο οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελείται από έναν μονωτή (που είναι το γυαλί) που βρίσκεται μεταξύ δύο αγωγών. Ο ένας αγωγός είναι το μέταλλο που βρίσκεται εσωτερικά και ο άλλος βρίσκεται εξωτερικά και αποτελείται από κασσίτερο που καλύπτει το γυαλί.
Σειρά φιαλών Leiden συνδεδεμένων μεταξύ τους, όταν συνέβαινε εκκένωση, μπορούσε να σκοτώσει μικρά ζώα. Το σχήμα της συσκευής προέκυψε από την ιδέα ότι ο ηλεκτρισμός είναι ένα λεπτοφυές ρευστό, το οποίο ίσως, θα μπορούσε να αποθηκευτεί σε ένα ποτήρι με νερό.

Ο John Bernal στο βιβλίο του "Science in History" γράφει: "Η ανακάλυψη αυτή είχε εκρηκτικές συνέπειες. Ο καθένας ήθελε να δοκιμάσει το σοκ ή να βλέπει τους άλλους να το δοκιμάζουν. Ο βασιλιάς της Γαλλίας οργάνωσε την ηλέκτριση ολόκληρης της φρουράς του και τους είδε να  πηδούν όλοι μαζί από το σοκ".

Το 1754 δόθηκε τιμητικά στον van Musschenbroek ο τίτλος του καθηγητή από την Αυτοκρατορική Ακαδημία των Επιστημών της Αγίας Πετρούπολης. Ήταν επίσης μέλος πολλών επιστημονικών ενώσεων όπως του Λονδίνου, του Μονπελιέ, του Βερολίνου, της Στοκχόλμης και αντεπιστέλλον μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών του Παρισιού. 

Αν και όπως προαναφέρθηκε, ο van Musschenbroek είναι περισσότερο γνωστός ως εφευρέτης της "φιάλης Leiden", εντούτοις ο ρόλος του στην εξάπλωση των απόψεων της εμπειρικής νευτωνικής φυσικής στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μέσα από τα βιβλία του, υπήρξε πολύ σημαντικός.  

Το βιβλίο του "Elementa Physica" ("Στοιχειώδης Φυσική") που κυκλοφόρησε το 1726 έκανε πολλές επανεκδόσεις και μεταφράστηκε στα σουηδικά, ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και αγγλικά. Έγραψε αρκετά ακόμη επιστημονικά βιβλία.

Ο Musschenbroek ήταν ένας από τους πρώτους επιστήμονες που από το 1729 ξεκίνησε να παρέχει λεπτομερείς περιγραφές των δοκιμών που έκανε με μηχανήματα εφελκυσμού, θλίψης και κάμψης. Από το 1739 έχει περιγράψει ένα πρώιμο παράδειγμα προβλήματος στη δυναμική πλαστικότητα.

Ο Pieter van Musschenbroek πέθανε στις 19 Σεπτεμβρίου 1761 στο Leiden, σε ηλικία 69 ετών. Θάφτηκε μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Helena Alstorphius.

Δείτε σχετική ανάρτηση του Sparkmuseum (Bellingham, WA) για την ιστορία της πατρότητας της συσκευής "Leyden jar".

Πηγή: Today in Science History

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ...1824 γεννήθηκε ο Γερμανός φυσικός Gustav Robert Kirchhoff.




Σαν σήμερα, στις 12 Μαρτίου 1824, γεννήθηκε ο Gustav Robert Kirchhoff στο Königsberg  της άλλοτε Πρωσίας (σημερινό Καλίνινγκραντ, Ρωσία) ο οποίος συνεισέφερε σε πολλά διαφορετικά πεδία της φυσικής και της χημείας, όπως η μηχανική, ο ηλεκτρισμός, η φασματογραφία, η θερμική ακτινοβολία και η αστροφυσική.

Πατέρας του ήταν ο δικηγόρος Friedrich Kirchhoff και μητέρα του η Johanna Henriette Wittke. Οι γονείς του είχαν έντονα πατριωτικά αισθήματα και θεωρούσαν ότι μπορεί κάποιος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Πρωσικό κράτος από τη θέση του πανεπιστημιακού καθηγητή. Έτσι φρόντισαν ο Gustav να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα. Το 1842 μπήκε στο Πανεπιστήμιο Albertus του Königsberg από το οποίο αποφοίτησε το 1847.
Κατά την περίοδο 1843 – 1846 παρακολούθησε το σεμινάριο μαθηματικών και φυσικής που διευθυνόταν από τους Carl Gustav Jacob Jacobi, Franz Ernst Neumann και Friedrich Julius Richelot το οποίο είχαν καθιερώσει από το 1833.
Ο Neumann είχε ιδιαίτερη επιρροή στον Kirchhoff. Είχε ασχοληθεί με τη μαθηματική φυσική και την εποχή που μπήκε ο Kirchhoff στο πανεπιστήμιο, είχε αρχίσει να ασχολείται με το θέμα της ηλεκτρικής επαγωγής. Μάλιστα το 1845 δημοσίευσε την πρώτη από τις δύο σημαντικότερες εργασίες του στο θέμα αυτό. Τον ίδιο χρόνο ο Kirchhoff  παρουσίασε την δική του εργασία πάνω στο ηλεκτρικό ρεύμα, διατυπώνοντας τους νόμους που έμειναν γνωστοί ως κανόνες του Kirchhoff. Μέσω των κανόνων αυτών μπορούν να υπολογιστούν οι εντάσεις των ρευμάτων, τα δυναμικά και οι αντιστάσεις που εμφανίζονται σε ηλεκτρικά κυκλώματα με πολλαπλούς κόμβους.

Μετά την αποφοίτησή του το 1847 παντρεύτηκε την Clara Richelot, κόρη του καθηγητή του των μαθηματικών Friedrich Richelot και εγκαταστάθηκαν στο Βερολίνο. Από το 1848 ως το 1850 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ως άμισθος λέκτορας. 
Το 1850 διορίστηκε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Breslau (τώρα στην Πολωνία). Εκεί, τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον Robert Bunsen και έγιναν στενοί φίλοι και συνεργάτες.
Το 1854 ο Bunsen, έχοντας επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο Heidelberg από το 1852, κάλεσε τον Kirchhoff να μετακομίσει εκεί, αφού είχε μεσολαβήσει ώστε να του προσφερθεί θέση καθηγητή φυσικής, την οποία ο Kirchhoff αποδέχθηκε.

Στη Χαϊδελβέργη ένωσαν τις δυνάμεις τους και εργάστηκαν μαζί θεμελιώνοντας τη φασματική ανάλυση. Η μέθοδος που ακολουθούσε ο Bunsen ήταν να θερμαίνει τις διάφορες ουσίες ως τη θερμοκρασία στην οποία ακτινοβολούσαν ορατό φως και στη συνέχεια διαχώριζε τα χρώματα χρησιμοποιώντας χρωματιστά γυαλιά ή έγχρωμα διαλύματα. Ο Kirchhoff εισηγήθηκε τη χρήση πρίσματος για την ανάλυση του φωτός, πράγμα που έκανε τις παρατηρήσεις πολύ πιο ακριβείς. Αυτό τους οδήγησε στην επινόηση του φασματοσκοπίου. Την άνοιξη του 1860, χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο, ανίχνευσαν ένα νέο μεταλλικό στοιχείο που το ονόμασαν καίσιο. Ένα χρόνο αργότερα αναγνώρισαν ένα ακόμη στοιχείο, το ρουβίδιο.

H πείρα που απέκτησε ο Kirchhoff στη μελέτη της θερμικής ακτινοβολίας των διαφόρων σωμάτων, αξιοποιήθηκε στην αναζήτηση των γενικότερων νόμων που διέπουν την εκπομπή θερμικής ακτινοβολίας. Λίγο αργότερα μελέτησε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τη σχέση μεταξύ εκπομπής και απορρόφησης και σε άρθρο του το 1860 στο Annalen der Physik εισήγαγε τον όρο «απολύτως μέλαν σώμα» ή απλώς «μέλαν σώμα», ως το σώμα εκείνο που απορροφά όλη την ακτινοβολία που πέφτει πάνω του.

Παράλληλα ο Kirchhoff εφάρμοσε τη μέθοδο της φασματικής ανάλυσης για να μελετήσει το φάσμα του Ήλιου. Από αυτή τη μελέτη προέκυψαν παρατηρήσεις που έμειναν γνωστές ως οι τρεις «νόμοι του Kirchhoff για τη φασματογραφία». Επίσης αντιλήφθηκε ότι με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να μελετηθεί το φάσμα από την ακτινοβολία των (υπολοίπων) άστρων. Έτσι γεννήθηκε ένας καινούριος κλάδος της επιστήμης, η αστροφυσική, που μελετά τις φυσικές ιδιότητες των ουράνιων σωμάτων.

Το 1869 η γυναίκα του Clara, με την οποία απέκτησε δύο γιους, πέθανε. Το βάρος της φροντίδας των παιδιών έπεσε πάνω του, ενώ ο ίδιος, μετά από ένα ατύχημα που είχε, υποχρεώθηκε να χρησιμοποιεί αναπηρική καρέκλα ή δεκανίκια για να κινείται, κάτι που έκανε την κατάσταση ιδιαίτερα δύσκολη. Το 1872 νυμφεύθηκε την Luise Brömmel από το Goslar.

Το 1875, μετά από πρόταση του Hermann von Helmholtz, αποδέχτηκε θέση καθηγητή θεωρητικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Εκεί δημοσίευσε ένα τετράτομο έργο σημαντικής αξίας για τη μαθηματική φυσική, με τίτλο "Vorlesungen über mathematische Physik" ("Διαλέξεις πάνω στη μαθηματική φυσική"). Μεταξύ των φοιτητών του στο Βερολίνο ήταν και οι Heinrich Hertz και Max Planck.
Το 1886 η υγεία του τον ανάγκασε να αφυπηρετήσει οριστικά. 

Το 1862 τιμήθηκε με το "Rumford Medal" για την εργασία του στο ηλιακό φάσμα.
Το 1877 μοιράστηκε με τον Robert Bunsen το "Davy Medal" για την καταπληκτική εργασία τους στη φασματική ανάλυση.
Το 1887 έγινε ο πρώτος που πήρε το "Janssen Medal" για την εξαιρετική εργασία του στην επιστήμη της φασματοσκοπίας.

Ο Gustav Robert Kirchhoff πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1887 σε ηλικία 63 ετών, στο Βερολίνο. Είναι θαμμένος στο κοιμητήριο της εκκλησίας St. Matthäus στο Schöneberg του Βερολίνου.

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

25 Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής με το πρόγραμμα Hot Potatoes σε "Μηχανική Στερεού Σώματος - Κρούσεις".



Φυσική Γ' Λυκείου Θετικού Προσανατολισμού

Στο αρχείο θα βρείτε 25 ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής από την ύλη της Γ' Λυκείου Θετικού Προσανατολισμού σχετικά με τη Μηχανική του Στερεού Σώματος και τις Κρούσεις.
Οι ερωτήσεις ανήκουν στις κατηγορίες Α και Β θέματος και όλες έχουν δοθεί ως θέματα στις Πανελλαδικές Εξετάσεις της Γ' Λυκείου τα τελευταία χρόνια.

Μπορείτε να δείτε και να κατεβάσετε το αρχείο από  ΕΔΩ.

Μπορείτε να βρείτε κι άλλες παλαιότερες αναρτήσεις μου με πολλές Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής και Σωστού - Λάθους με το πρόγραμμα Hot Potatoes, στα ίδια με παραπάνω θέματα, όπως φαίνεται παρακάτω:
  • Μηχανική του Στερεού Σώματος (Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής)   ΕΔΩ   και   ΕΔΩ.
  • Μηχανική του Στερεού Σώματος (Ερωτήσεις Σωστού - Λάθους)   ΕΔΩ,
  • Μηχανική του Στερεού Σώματος (Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής και Σωστού - Λάθους)   ΕΔΩ,
  • Κρούσεις (Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής)   ΕΔΩ,
  • Κρούσεις (Ερωτήσεις Σωστού - Λάθους)   ΕΔΩ,
  • Κρούσεις (Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής και Σωστού - Λάθους)   ΕΔΩ.

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ...1866 γεννήθηκε ο Ρώσος φυσικός Pyotr Lebedev.



Σαν σήμερα, στις 8 Μαρτίου 1866, γεννήθηκε στη Μόσχα ο Pyotr Nikolayevich Lebedev, (ρωσικά: Пётр Николаевич Лебедев) που ίσως να υπήρξε ο πρώτος Ρώσος φυσικός που έγινε ευρύτερα διάσημος. Ο Lebedev είναι περισσότερο γνωστός για τη συμβολή του στην πειραματική μελέτη των κυμάτων. 

Ο πατέρας του Nikolay Vasilievich Lebedev ήταν επιτυχημένος έμπορος  και προσπάθησε να οδηγήσει τον Pyotr στο ίδιο μονοπάτι. Τα πρώτα χρόνια εκπαίδευσης τα πέρασε στο γερμανικό σχολείο Peter Paul και στη συνέχεια στο ιδιωτικό σχολείο Realschule της Μόσχας. Μη θέλοντας τελικά ν' ακολουθήσει το εμπόριο, αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σπούδασε μηχανικός στο Imperial Technical School της Μόσχας. 
Παρά το γεγονός ότι πέρασε τρία χρόνια εκεί, πείστηκε ότι η καριέρα του μηχανικού δεν του ταίριαζε και προτίμησε ν' ασχοληθεί με την καθαρή επιστήμη. Έτσι, το 1887 γράφτηκε σε μία από τις καλύτερες σχολές για σπουδές Φυσικής στη Δυτική Ευρώπη εκείνη την εποχή, στο Ινστιτούτο Φυσικής του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, με την επίβλεψη του August Kundt.  

Το 1888 ο Kundt μετακινήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ο Lebedev τον ακολούθησε, όπου παρακολούθησε διαλέξεις θεωρητικής φυσικής από τον Hermann von Helmholtz, χωρίς τελικά να γίνει δεκτός από το πανεπιστήμιο γιατί είχε απολυτήριο κλασικού γυμνασίου.
Επιστρέφοντας στο Στρασβούργο, ο Lebedev ξεκίνησε το διδακτορικό του με την επίβλεψη του καθηγητή Friedrich Kohlrausch. Το 1891 ολοκλήρωσε την εργασία του με τίτλο "Ob izmerenii dielektricheskikh postoyannykh parov i o teorii dielektrikov Mossotti-Klauziusa" ("Για τη μέτρηση των διηλεκτρικών σταθερών των αερίων και για τα διηλεκτρικά στη θεωρία των Mossotti και Clausius"), όπου πειραματικά επιβεβαίωσε τη θεωρία.
Παράλληλα ο Lebedev μελέτησε τις θεωρίες για την ουρά των κομητών και τότε για πρώτη φορά του ήρθε η ιδέα για την πίεση της ακτινοβόλου ενέργειας (πίεση του φωτός) και την πιθανότητα να αποδειχτεί η ύπαρξη αυτής της πίεσης πειραματικά.

Το φθινόπωρο του 1891 ο Lebedev επέστρεψε στη Μόσχα και αποδέχτηκε την πρόταση του A.G. Stoletov, διευθυντή του τμήματος φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, να εργαστεί ως εργαστηριακός βοηθός του. 
Το 1899 παρουσίασε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας τη διατριβή του "Eksperimentalnoe issledovanie ponderomotornogo deystvia voln na rezonatory" ("Μια πειραματική έρευνα της δράσης των αργής κίνησης κυμάτων σε αντηχεία") για την οποία έλαβε διδακτορικό φυσικής και μαθηματικής επιστήμης, χωρίς να έχει προηγηθεί δίπλωμα μάστερ. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας το 1900. 

Δουλεύοντας με τον Kundt και τον Kohlrausch είχε δείξει ενδιαφέρον για τα φωτεινά κύματα και την αλληλεπίδρασή τους με την ύλη. Το 1895 έφτιαξε μια καταπληκτική συσκευή που είχε τη δυνατότητα παραγωγής φωτεινών κυμάτων με μήκη κύματος 4 και 6 χιλιοστά του μέτρου.
Χρησιμοποιώντας εξαιρετικά ευφυείς μεθόδους, ο Lebedev κατάφερε το 1899, όχι μόνο να εντοπίσει την πίεση του φωτός, αλλά να γίνει  ο πρώτος που μέτρησε αυτή την πίεση σε στερεά σώματα. 
Το 1900 παρουσίασε στο 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φυσικής στο Παρίσι τα αποτελέσματα της έρευνάς του με την εργασία "Opytnoe issledovanie svetovogo davlenia" ("Μια πειραματική έρευνα για την πίεση του φωτός") κι έτσι έγινε η πρώτη ποσοτική επιβεβαίωση της ηλεκτρομαγνητικής θεωρίας του James Clerk Maxwell. Η εργασία δημοσιεύθηκε το 1901.

Περίπου την ίδια περίοδο ο Lebedev ξεκίνησε την έρευνά του για το μαγνητικό πεδίο της Γης. Όμως παράλληλα πέρασε την κυρίως έρευνά του σε μια επόμενη φάση προσπαθώντας να υπολογίσει την πίεση του φωτός στα αέρια. Το 1910 ολοκλήρωσε και αυτή την εργασία. 

Οι τεχνικές που χρησιμοποιούσε ο Lebedev ήταν τόσο εξαιρετικές, που οι προσπάθειες άλλων επιστημόνων να συνεχίσουν το έργο του μετά το θάνατό του ήταν άκαρπες. Μόνο στη δεκαετία του '20 κατάφεραν να αναπτύξουν νέες τεχνικές κενού και να συνεχίσουν αυτό το έργο.

Ο Lebedev ήταν ένας από τους πολλούς καθηγητές του Πανεπιστημίου της Μόσχας που το 1911 παραιτήθηκαν, διαμαρτυρόμενοι για την παράνομη κατάλυση της πανεπιστημιακής αυτονομίας από τον υπουργό εκπαίδευσης Lev A. Kasso.
Αυτή η ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα να προσφερθούν στο Lebedev θέσεις καθηγητή από πολλά πανεπιστήμια της Ρωσίας και του εξωτερικού. Παράλληλα ξεκίνησε μια καμπάνια να συγκεντρωθούν χρήματα για να του φτιάξουν ιδιωτικό εργαστήριο. Όμως το σοκ που είχε προκληθεί από τα γεγονότα στο πανεπιστήμιο τού προκάλεσε προβλήματα υγείας, που τελικά οδήγησαν στον ξαφνικό θάνατό του.

Πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή ανακοπή στις 1 Μαρτίου 1912, σε ηλικία μόλις 46 ετών.

Το 1912 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Φυσικής, αλλά ο ξαφνικός θάνατός του ματαίωσε μια πολύ πιθανή βράβευσή του. 

Η δραστηριότητα του Lebedev δεν περιοριζόταν μόνο στην έρευνα, αλλά επεκτεινόταν και στην εκπαίδευση των νεότερων Ρώσων φυσικών. Δημιούργησε σχολή από την οποία βγήκαν ονόματα όπως οι S. I. Vavilov, V. K. Arkadiev κ.α. που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της σοβιετικής φυσικής. Προς τιμή του η σχολή αυτή έχει ονομαστεί "Ινστιτούτο Φυσικής Lebedev".

Επίσης προς τιμή του, έχει δοθεί το όνομα Lebedev σ' ένα κρατήρα στη Σελήνη.

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ... 1876 ο Alexander Graham Bell κατοχυρώνει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας την εφεύρεση του τηλεφώνου.


Σχέδια του Bell για την κατοχύρωση του πρώτου τηλεφώνου.

Σαν σήμερα, στις 7 Μαρτίου 1876, ο 29χρονος Alexander Graham Bell κατοχυρώνει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας την επαναστατική του νέα εφεύρεση, το τηλέφωνο.

Ας γυρίσουμε όμως λίγο πίσω στο χρόνο για να δούμε πως έφτασε ο Bell σ' αυτή την εφεύρεση.
Ο Σκωτσέζος στην καταγωγή Alexander Bell έφτασε το 1871 στη Βοστώνη των ΗΠΑ όπου βρήκε δουλειά ως καθηγητής στο ειδικό σχολείο κωφών Pemberton.
Αξίζει νομίζω να αναφέρω ότι ο Bell γεννήθηκε σε μια οικογένεια που ενδιαφέρονταν πολύ για την ομιλία και την ακοή. Τόσο ο πατέρας του όσο και ο παππούς του ήταν καθηγητές ορθοφωνίας και σε όλη του τη ζωή ο Βell είχε ένα έντονο ενδιαφέρον στη διδασκαλία των κωφών για να καταφέρουν να επικοινωνήσουν. Η μητέρα του ήταν κωφή και αργότερα παντρεύτηκε μια από τις μαθήτριές του, την Mabel Hubbard, που ήταν επίσης κωφή. Μια από τις πιο διάσημες μαθήτριές του ήταν η Helen Keller, που όταν την γνώρισε ο Bell ως νεαρό κορίτσι δεν έβλεπε, δεν μίλαγε, ούτε άκουε. 

Το 1875 ο Bell έφτιαξε το βαϊμπρόφωνο (vibraphone), όπως είχε ονομάσει το πρώτο τηλέφωνο. Το Μάρτιο του 1875 επισκέφθηκε τον διακεκριμένο Αμερικανό επιστήμονα Joseph Henry και του εξήγησε την ιδέα του για την κατασκευή του τηλεφώνου. Ο Henry, διακρίνοντας τη σημασία μιας τέτοιας εφεύρεσης και την ποιότητα της δουλειάς του Bell, τον εμψύχωσε να συνεχίσει την προσπάθειά του. Το Σεπτέμβριο του 1875, ο Bell ξεκίνησε να γράφει τις προδιαγραφές για το τηλέφωνο. Στις 14 Φεβρουαρίου 1876 ο Alexander Bell κατάθεσε στο Γραφείο Ευρεσιτεχνιών των ΗΠΑ τα απαραίτητα έγγραφα για την κατοχύρωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας σ' αυτόν για το τηλέφωνο.

Λίγες ώρες αργότερα, ο Elisha Gray, εφευρέτης του "μουσικού τηλέγραφου", υπέβαλε κι εκείνος στο Γραφείο Ευρεσιτεχνιών έναν φάκελο για κατοχύρωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τηλέφωνο.

Έτσι, φτάνουμε στις 7 Μαρτίου 1876, που το Γραφείο Ευρεσιτεχνιών των ΗΠΑ κατοχυρώνει στον Bell την ανακάλυψη του τηλεφώνου, εκδίδοντας το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με αριθμό 174465. Το επόμενο διάστημα ο Elisha Gray κατέθεσε πολλές αγωγές ενάντια σ' αυτή την απόφαση, δίχως όμως να καταφέρει κάτι. 

Τρεις μέρες αργότερα, στις 10 Μαρτίου 1876, ο Alexander Bell χρησιμοποιεί με επιτυχία, για πρώτη φορά δημόσια, μία συσκευή τηλεφώνου. 
Το γεγονός σημειώνεται από τον ίδιο τον Bell στο σημειωματάριο που διατηρούσε ως ημερολόγιο στο εργαστήριό του. H συνομιλία έγινε μεταξύ του ίδιου του Bell και του βοηθού του Thomas A. Watson, που βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο.
Γράφει ο Bell στο σημειωματάριο: "Τότε φώναξα στο Μ (mouthpiece - επιστόμιο, εννοεί την συσκευή που μιλούσε) την ακόλουθη φράση: - Κε Watson ελάτε εδώ, θέλω να σας δω. Προς ευχαρίστησή μου, αυτός ήλθε και δήλωσε ότι είχε ακούσει και καταλάβει ό,τι είπα".

Την ίδια μέρα, μετά το επίτευγμά του, ο Bell ενθουσιασμένος έγραψε στον πατέρα του για τη "μεγάλη επιτυχία του" και σημείωσε ότι "έρχεται η ημέρα που ο τηλέγραφος (εννοούσε τηλέφωνο) θα βρίσκεται σε κάθε σπίτι όπως το νερό και το γκάζι και οι φίλοι θα  επικοινωνούν ο ένας με τον άλλον χωρίς να φεύγουν από το σπίτι τους".


Στις 25 Ιουνίου 1876 ο Bell έκανε επίδειξη του τηλεφώνου στον σερ William Thomson (βαρόνο Kelvin) και στον αυτοκράτορα της Βραζιλίας Πέτρο Β', στην Έκθεση Centennial (Εκατονταετηρίδας) της Φιλαδέλεφειας.

Το πρώτο τηλεφωνικό κέντρο για το κοινό άνοιξε το 1878 στο New Haven του Κονέκτικατ, κατόπιν αδείας της εταιρείας Bell Telephone. Σε λίγα χρόνια σε όλες τις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ λειτουργούσαν αδειοδοτημένα τηλεφωνικά κέντρα. 
Στις 14 Ιανουαρίου 1879, ο Bell έκανε επίδειξη του τηλεφώνου στη βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου, Victoria.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1879, η Bell Telephone Company συγχωνεύθηκε με την New England Telephone Company και δημιούργησαν την National Bell Telephone Company, που τον επόμενο χρόνο μετονομάστηκε σε American Bell Telephone Company. 

Το 1894 έληξε το δικαίωμα αποκλειστικότητας του τηλεφώνου από τον Alexander Graham Bell και ξεκίνησε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις τηλεφωνικές εταιρείες. Μέσα στην επόμενη δεκαετία πάνω από 6000 εταιρείες ασχολήθηκαν με την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών μέσα στις ΗΠΑ.

Στις 15 Ιανουαρίου 1915, έγινε με επιτυχία η πρώτη διηπειρωτική τηλεφωνική συνομιλία ανάμεσα στον Bell, που βρισκόταν στα γραφεία της εταιρείας της American Telephone and Telegraph Company (ΑΤΤ) στη Ν. Υόρκη και τον Watson, που βρισκόταν στο San Francisco. 

1915, ο Bell στη Ν. Υόρκη συνομιλεί
με τον Watson στο San Francisco.

Όταν το 1922 πέθανε ο Alexander Graham Bell, πάνω από 13 εκατομμύρια τηλεφωνικές συσκευές είχαν ήδη πουληθεί. 

Τον Ιούνιο 2002, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ αναγνώρισε την συνεισφορά του Ιταλοαμερικανού Antonio Meucci, στην ανακάλυψη του τηλεφώνου.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1871, ο Antonio Meucci ίδρυσε με 3 συνεταίρους (Angelo Zilio Grandi, Angelo Antonio Tremeschin και Sereno G.P. Breguglia Tremeschin) την Telettrofono Company με σκοπό να προωθήσει μια τηλεφωνική συσκευή που την είχε ονομάσει "Telettrofono". Στις 28 Δεκεμβρίου 1871, προκειμένου να κατοχυρωθεί η εφεύρεσή του, ο Meucci κατέθεσε μια "πατέντα προειδοποίησης" ("warning patent"), γιατί αυτή ήταν φτηνότερη από την κανονική πατέντα. Όμως, αυτή έληξε το 1874 και ο Meucci δεν φρόντισε να την ανανεώσει, γιατί ήταν οικονομικά χρεοκοπημένος.   

Έτσι, όπως έγραψα νωρίτερα, 2 χρόνια αργότερα, ο Bell κατοχύρωσε στο όνομά του την εφεύρεση. Ο Meucci κατέφυγε στα δικαστήρια κατηγορώντας τον Bell για κλοπή της εφεύρεσής του. Η δίκη τελείωσε τυπικά το 1889 με τον θάνατο του Meucci, χωρίς το δικαστήριο να του έχει αναγνωρίσει κανένα δικαίωμα στην εφεύρεση.

Το 1989, ο Basilio Catania υποδιοικητής της CSELT (Υπηρεσία για την Έρευνα και την Ανάπτυξη των Ιταλικών Τηλεπικοινωνιών) ανακάλυψε την εργασία του Antonio Meucci και την παρουσίασε δημόσια.

Έτσι, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ είπε ότι: "Αν ο Meucci ήταν σε θέση να πληρώσει το παράβολο των 10$ για να κρατήσει την πατέντα μετά το 1874, καμία πατέντα δεν θα είχε δοθεί στον Bell".

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ...1937 γεννήθηκε η Βαλεντίνα Τερεσκόβα, πρώτη γυναίκα κοσμοναύτης.



Σαν σήμερα, στις 6 Μαρτίου 1937, γεννήθηκε η Βαλεντίνα Βλαντιμίροβνα Τερεσκόβα  (στα ρωσικά Валенти́на Влади́мировна Терешко́ва) στο χωριό Maslennikovo, της Περιφέρειας Γιαροσλάβλ στην κεντρική Ρωσία. Ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ιστορία που ταξίδεψε στο διάστημα. Οι γονείς της είχαν καταγωγή από τη Λευκορωσία. Ο πατέρας της ήταν οδηγός τρακτέρ, ενώ η μητέρα της εργάτρια σε υφαντουργείο.

Σε ηλικία 2 ετών έμεινε ορφανή από τον πατέρα της που σκοτώθηκε στο Ρωσοφινλαδικό πόλεμο του 1939. Εξαιτίας του Β' παγκοσμίου πολέμου η Βαλεντίνα πήγε στο σχολείο το 1945 όταν ήταν ήδη 8 ετών, αλλά το εγκατέλειψε το 1953 για να εργαστεί, συνεχίζοντας την εκπαίδευσή της με μαθήματα δι' αλληλογραφίας. Άρχισε να ενδιαφέρεται για τον αλεξιπτωτισμό από νεαρή ηλικία και εκπαιδεύτηκε στην πτώση με αλεξίπτωτο στην τοπική αερολέσχη, πέφτοντας για πρώτη φορά σε ηλικία 22 ετών, στις 21 Μαΐου 1959. Εκείνη την εποχή εργαζόταν ως εργάτρια σε ένα υφαντουργείο της περιοχής. Η εμπειρία της στον αλεξιπτωτισμό οδήγησε στην επιλογή της ως υποψήφια για το διαστημικό πρόγραμμα. Το 1961 διορίσθηκε γραμματέας του τοπικού παραρτήματος της Κομσομόλ.

Μετά την πρώτη διαστημική πτήση του Γιούρι Γκαγκάριν το 1961, ο μηχανικός πυραύλων Σεργκέι Κορολιόβ, ο θεμελιωτής του σοβιετικού διαστημικού προγράμματος, είχε την ιδέα της αποστολής μιας γυναίκας στο διάστημα. Στις 16 Φεβρουαρίου 1962 η Βαλεντίνα Τερεσκόβα επιλέχθηκε μετά από αίτησή της για το πρόγραμμα αυτό. Στην τελική φάση, από τις 400 και πλέον υποψήφιες πέρασαν οι εξής πέντε: Τατιάνα Κουζνετσόβα, Ιρίνα Σολοβιόβα, Ζάνα Γιόρκινα, Βαλεντίνα Πονομαριόβα και η Τερεσκόβα. Μεταξύ άλλων οι προδιαγραφές απαιτούσαν οι υποψήφιες να είναι αλεξιπτωτίστριες κάτω των 30 ετών, με ύψος κάτω από 1,70 μέτρα και βάρος κάτω από 70 κιλά.

Η ομάδα πέρασε αρκετούς μήνες εντατικής εκπαίδευσης με πτήσεις σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας, 120 πτώσεις με αλεξίπτωτο, εκπαίδευση στη διακυβέρνηση αεριωθούμενων πολεμικών αεροσκαφών τύπου Μιγκ-15 και θεωρητικά μαθήματα. Τελικά, μετά από εξετάσεις τον Νοέμβριο 1962 πέρασαν 4 υποψήφιες με τις τρεις πρώτες να είναι οι Τερεσκόβα, Σολοβιόβα και Πονομαριόβα.

Στις 21 Μαΐου 1963, η Κρατική Επιτροπή Διαστήματος της Σοβιετικής Ένωσης, με την επικύρωση του Νικίτα Χρουστσόφ, όρισε την Τερεσκόβα να κυβερνήσει το διαστημόπλοιο Βοστόκ 6. Υπέρ της επιλογής της Τερεσκόβα ήταν το γεγονός ότι ο πατέρας της Βλαντίμιρ Τερεσκόφ, ήταν ήρωας πολέμου: ως λοχίας των τεθωρακισμένων και κυβερνήτης άρματος μάχης είχε σκοτωθεί στον πόλεμο κατά των Φινλανδών στην περιοχή Lemetti της Καρελίας.
Αφού παρακολούθησε την επιτυχημένη εκτόξευση του Βοστόκ 5 (με πλήρωμα τον κοσμοναύτη Valery Bykovsky) στις 14 Ιουνίου 1963, η 26χρονη Τερεσκόβα άρχισε τις τελικές προετοιμασίες για τη δική της πτήση. 
Το πρωί της 16ης Ιουνίου 1963, μαζί με την αναπληρώτριά της Σολοβιόβα φόρεσαν τις διαστημικές στολές τους και μεταφέρθηκαν στην εξέδρα εκτοξεύσεων με λεωφορείο. Αφού ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των συστημάτων υποστήριξης ζωής και επικοινωνιών, η Τερεσκόβα κλείστηκε μέσα στον θαλαμίσκο και μετά από μια δίωρη αντίστροφη μέτρηση χωρίς κανένα απρόοπτο, το Βοστόκ 6 εκτοξεύθηκε με επιτυχία.

Έτσι, η Τερεσκόβα έγινε η πρώτη γυναίκα στην Ιστορία που έφθασε στο διάστημα. Το όνομα κλήσης της σε αυτή την πτήση ήταν «Τσάικα» (Ча́йка, γλάρος στα ρωσικά) και αργότερα αποθανατίστηκε στο όνομα ενός αστεροειδή, του 1671 Τσάικα, που είχε ανακαλυφθεί από το 1934.
Παρότι η Τερεσκόβα αισθανόταν ναυτία και ταλαιπωρία σε μεγάλο μέρος της πτήσης, κατόρθωσε να συμπληρώσει 48 περιφορές γύρω από τη Γη και σχεδόν τρεις πλήρεις ημέρες (71 ώρες) στο διάστημα. Αφού διάνυσε 2 εκατομμύρια χιλιόμετρα, προσγειώθηκε στο Καζακστάν. Κατά τη διάρκεια της τριήμερης αποστολής της, πραγματοποίησε διάφορες δοκιμές και συνέλεξε στοιχεία για τις αντιδράσεις του γυναικείου σώματος στη διαστημική πτήση.

Μολονότι υπήρχαν σχέδια και για άλλες διαστημικές πτήσεις με γυναίκες, χρειάσθηκαν 19 χρόνια για να ταξιδέψει η επόμενη γυναίκα στο διάστημα (ήταν η Σβετλάνα Σαβίτσκαγια, το 1982). Καμιά από τις άλλες 4 της πρώτης ομάδας της Τερεσκόβα δεν πέταξε στο διάστημα και το 1969 η πρωτοπόρα αυτή ομάδα διαλύθηκε.

Μετά την πτήση της, η Τερεσκόβα σπούδασε στην Ακαδημία Ζουκόφσκι της Πολεμικής Αεροπορίας, απ' όπου αποφοίτησε με διάκριση ως αστροναύτης μηχανικός. Το 1977 πήρε διδακτορικό στη μηχανική. Εξαιτίας της φήμης της επιλέχθηκε για αρκετά πολιτικά αξιώματα: Από το 1966 ως το 1974 διετέλεσε μέλος του Ανωτάτου Σοβιέτ της Σοβιετικής Ένωσης, από το 1974 ως το 1989 μέλος του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ και από το 1969 ως το 1991 μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ. Το 1997 αποστρατεύθηκε από την Πολεμική Αεροπορία και το σώμα των κοσμοναυτών με προεδρική διαταγή.

Εκτός από τις θέσεις της στο εσωτερικό της χώρας, η Τερεσκόβα είχε έντονη δραστηριότητα ως αντιπρόσωπος της ΕΣΣΔ και στο εξωτερικό. 
Έχει τιμηθεί με πολλά παράσημα και διακρίσεις όχι μόνο από την πατρίδα της, αλλά και άλλες χώρες. 

Ο κρατήρας Τερεσκόβα στο βόρειο ημισφαίριο της αόρατης πλευράς της Σελήνης, διαμέτρου 31 χιλιομέτρων, ονομάσθηκε έτσι προς τιμή της.

Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ η Τερεσκόβα έχασε τα πολιτικά της αξιώματα, αλλά τίποτα από την αίγλη της. Μέχρι σήμερα οι συμπατριώτες της τη σέβονται ως ηρωίδα της Ρωσίας και για πολλούς η σημασία της στη σοβιετική και ρωσική διαστημική ιστορία υπολείπεται μόνο αυτής των Γιούρι Γκαγκάριν και Αλεξέι Λεόνοφ.

Το 2007 γιόρτασε τα εβδομηκοστά γενέθλιά της στην κατοικία του Ρώσου πρωθυπουργού Βλαντίμιρ Πούτιν, όπου ήταν προσκεκλημένη. Εκεί λέγεται ότι είπε πως θα ήθελε να ταξιδέψει στον πλανήτη Άρη, ακόμα και χωρίς επιστροφή. 

Η Τερεσκόβα υπήρξε η πρώτη και μέχρι σήμερα μοναδική γυναίκα με τον βαθμό του πτεράρχου (τον ανώτατο, ισοδύναμο του στρατηγού) στη σοβιετική αλλά και στη ρωσική πολεμική αεροπορία.

Δείτε ένα βίντεο αφιερωμένο στη Βαλεντίνα Τερεσκόβα (διάρκεια 26').


Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ...1827 πέθανε ο εφευρέτης της ηλεκτρικής μπαταρίας, Ιταλός φυσικός Alessandro Volta.



Σαν σήμερα, στις 5 Μαρτίου 1827, πέθανε σε ηλικία 82 ετών στο Κόμο της Ιταλίας, ο κόμης Alessandro Giuseppe Antonio Anastasio Volta, ο οποίος είναι περισσότερο γνωστός για την εφεύρεση της ηλεκτρικής μπαταρίας. 

Ο Volta γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1745 στο Κόμο της Λομβαρδίας, στη βόρειο Ιταλία. Ήταν γόνος καθολικής και αριστοκρατικής αλλά πτωχευμένης πολυμελούς οικογένειας με 9 παιδιά και γονείς τους Filippo Volta και Maria Maddalena Inzaghi. 
Μικρός δεν έδειξε ιδιαίτερες ικανότητες, αντίθετα εμφανιζόταν "αργόστροφος" και δεν είχε μιλήσει μέχρι τα τέσσερα χρόνια του. Όμως, ήδη στα επτά του χρόνια είχε αρχίσει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους συμμαθητές του στο σχολείο. Αυτή η ξαφνική πρόοδος του Alessandro μετά τα τέσσερα ξάφνιασε την οικογένειά του και έκανε τον πατέρα του να πει αργότερα: " Είχα ένα διαμάντι στο σπίτι και δεν το ήξερα".
Παρακολούθησε σχολείο Ιησουιτών και έδειξε ιδιαίτερη ικανότητα στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Μιλούσε άπταιστα λατινικά και γαλλικά, έμαθε να διαβάζει άριστα γερμανικά, ολλανδικά και ισπανικά, αλλά ακόμη ρωσικά και αρχαία ελληνικά. Του άρεσε να συνθέτει ποιήματα και επιπλέον έδειξε ενδιαφέρον για τη χημεία.
Αφού άφησε τους Ιησουίτες, ολοκλήρωσε το σχολείο στο Benzi Royal Seminary στο Κόμο, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον κληρικό Giulio Cesare Gattoni, που αργότερα έγινε προστάτης του. Παρά το γεγονός ότι η οικογένεια τον προόριζε για δικηγόρο και ο προσανατολισμός των σπουδών του ήταν σ' αυτή την κατεύθυνση, με την πάροδο του χρόνου έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη φυσική και τη χημεία.

Το 1763, παρότι μέχρι τότε δεν είχε καμιά πειραματική εμπειρία, ξεκίνησε αλληλογραφία με τον Γάλλο φυσικό και έμπειρο πειραματιστή στον ηλεκτρισμό, αβά Jean-Antoine Nollet που ήταν εγκαταστημένος στο Παρίσι.    
Το 1769, ο Volta έστειλε την εργασία του "De vi attractiva ignis electrici" - "Η ελκτική δύναμη της ηλεκτρικής φωτιάς(;)"- στον πατέρα Giovanni Battista Beccaria, καθηγητή φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο και πιο σημαντικό πειραματιστή της εποχής σε πειράματα στατικού ηλεκτρισμού. Στην εργασία ασχολείτο με την ελκτική δύναμη του ηλεκτρικού ρευστού και την είχε αφιερώσει στον καθηγητή Beccaria.
Τον Ιούλιο 1771 δημοσίευσε τη δεύτερη εργασία του πάνω στη «λουγδουνική λάγηνο», έναν νέο βελτιωμένο τύπο ηλεκτροσκοπίου, που την αφιέρωσε στον καθηγητή Lazzaro Spallanzani του Πανεπιστημίου της Παβία.
Το επίτευγμα αυτό, το 1774 του χάρισε τον τίτλο του καθηγητή φυσικής στο Royal School (Βασιλικό Σχολείο) του Κόμο.
Ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Ιουνίου 1775, μ' ένα σύντομο γράμμα ο Volta ανακοίνωσε την ανακάλυψη της περίφημης συσκευής του "ηλεκτροφόρος". Θεωρούσε αυτή την κατασκευή ως μια διαρκή αποθήκη ηλεκτρικών φορτίων που η λειτουργία της στηριζόταν περισσότερο στην αρχή της ηλεκτροστατικής επαγωγής, παρά στη μέχρι τότε γνωστή ηλεκτροστατική τριβή.  

Στα χρόνια μεταξύ 1776 και 1778, ο Volta μελέτησε τη χημεία των αερίων. Ερεύνησε και ταυτοποίησε επιστημονικά το αέριο μεθάνιο, αφού είχε διαβάσει μια εργασία του Benjamin Franklin  σχετικά με τα "εύφλεκτα αέρια". Το Νοέμβριο 1776 διαπίστωσε την ύπαρξη μεθανίου στη λίμνη Ματζόρε και το 1778 κατόρθωσε να το απομονώσει. Στη συνέχεια κατάφερε να πετύχει την ανάφλεξη του μεθανίου με τη βοήθεια μιας συσκευής που ονόμασε "ηλεκτρικό πιστόλι". Αυτή η συσκευή αποτελεί τον πρόδρομο της ανάφλεξης (μπουζί) των μηχανών. 
Η κατασκευή αυτής της συσκευής του έδωσε την ιδέα της επικοινωνίας από απόσταση. Στις 18 Απριλίου 1777 ο Volta έστειλε ένα γράμμα στον καθηγητή φυσικής του Πανεπιστημίου της Παβία Carlo Barletti που του πρότεινε μία μέθοδο για την παραγωγή και αποστολή ενός ηλεκτρικού σήματος ανάμεσα στο Κόμο και το Μιλάνο.

Το 1778 έγινε καθηγητής πειραματικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Παβία, μια θέση που διατήρησε για τα επόμενα περίπου 27 χρόνια, μέχρι το 1805.
Το 1880, ήλθε η εφεύρεση ενός πυκνωτή, που τον κατασκεύασε σε τρεις διαφορετικές εκδοχές.
Το 1782 ταξίδεψε στη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Αγγλία και τη Γαλλία όπου είχε την ευκαιρία να ανταλλάξει ιδέες με γίγαντες της επιστήμης εκείνης της εποχής όπως οι Georg Christoph Lichtenberg, Martin Van Marum, Joseph Priestley, Antoine-Laurant Lavoisier και Pierre–Simon de Laplace. Παράλληλα κατάφερε να συγκεντρώσει πλούσιο πειραματικό υλικό για το Πανεπιστήμιο της Παβία.

Στη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, ο Volta παρουσίασε στη Βασιλική Ένωση
την εργασία του για την κατασκευή και τη χρήση του πυκνωτή που είχε φτιάξει. 12 χρόνια αργότερα, η Ακαδημία τον τίμησε με το Χρυσό Μετάλλιο Copley.
Ο Volta εισήγαγε τις έννοιες του ηλεκτρικού δυναμικού και της ηλεκτρικής χωρητικότητας, μέσω της οποίας συνέδεε το φορτίο και την τάση (διαφορά δυναμικού) ενός πυκνωτή. 
Πολύ αργότερα (1881), η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα έδωσε προς τιμή του το όνομα Volt στη μονάδα μέτρησης του δυναμικού στο σύστημα μονάδων SI.  

Με τους Lavoisier και Laplace συμμετείχε σε πειράματα για τον ατμοσφαιρικό ηλεκτρισμό.
Το 1792 διατύπωσε το θαυμασμό του για την εργασία που είχε ανακοινώσει ο Luigi Galvani στο λεγόμενο ζωικό ηλεκτρισμό, όμως αργότερα διαφώνησε μαζί του. 
Αυτή διαμάχη τον οδήγησε σε πυρετώδη προσωπική μελέτη και έρευνα που του επέτρεψε το 1800 να ανακοινώσει την ανακάλυψη της βολταϊκής στήλης, μιας πρώιμης ηλεκτρικής μπαταρίας, που παρήγε συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Volta είχε διαπιστώσει ότι το περισσότερο αποδοτικό ζευγάρι διαφορετικών μετάλλων για την παραγωγή ηλεκτρισμού ήταν ο ψευδάργυρος και ο χαλκός.
Ανακοινώνοντας την ανακάλυψη της βολταϊκής στήλης, ο Volta απέδωσε φόρο τιμής στους επιστήμονες William Nicholson, Tiberius Cavallo και Abraham Bennet που τον επηρέασαν στην επιστημονική του εργασία.  

Το 1801 ο Volta παρουσίασε στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη την εφεύρεση της ηλεκτρικής στήλης, με αποτέλεσμα να τον εντυπωσιάσει. Αυτός για να τον τιμήσει, το 1810 του απένειμε τον τίτλο του κόμη της Λομβαρδίας.

Το 1819 ο Volta αποσύρθηκε στο κτήμα του στο Camnago, μια συνοικία του Κόμο, που τώρα προς τιμή του ονομάζεται Camnago Volta.
Μετά το θάνατό του το 1827, τα λείψανά του ενταφιάστηκαν σ' εκείνη την περιοχή.

Προς τιμή του Volta έχει δημιουργηθεί το μουσείο Tempio Voltiano στο οποίο υπάρχει ένα μέρος του εξοπλισμού που ο ίδιος ο Volta είχε χρησιμοποιήσει για τη διεξαγωγή των πειραμάτων του. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται η Βίλα Olmo όπου στεγάζεται το Ίδρυμα Voltian, μια οργάνωση που προωθεί επιστημονικές δραστηριότητες. 
Επίσης, σ' έναν κρατήρα στη σελήνη έχει δοθεί το όνομά του και στα 270α γενέθλια του Volta, η Google του αφιέρωσε ένα doodle. 

Πηγή: Today in Science History

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Σαν σήμερα ... 1973 πέθανε ο "πατέρας" του πρώτου θερμοπυρηνικού αντιδραστήρα "Tokamak", Ρώσος φυσικός Lev Artsimovich.



Σαν σήμερα, στις 1 Μαρτίου 1973, πέθανε σε ηλικία 64 ετών στη Μόσχα, ο Lev Andreevich Artsimovich (στα Ρωσικά Арцимович Лев Андреевич).   
Υπήρξε Ρώσος Φυσικός που ασχολήθηκε κυρίως με τη Φυσική Πλάσματος, ήταν μέλος της Σοβιετικής Ακαδημίας των Επιστημών από το 1953, μέλος του προεδρείου της Ακαδημίας από το 1957 και Ήρωας της Σοσιαλιστικής Εργασίας από το 1969.

Ο Artsimovich γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1909 (νέο ημερολόγιο) στη Μόσχα.
Αποφοίτησε το 1928 από το Κρατικό Πανεπιστήμιο του Μινσκ στη Λευκορωσία. Αρχικά έγινε βοηθός εργαστηρίου και στη συνέχεια επιστημονικός συνεργάτης στο Φυσικό και Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Λένινγκραντ  με την εποπτεία του A. F. Joffe. 
Το 1934-35, μετέχοντας σε ομάδα Φυσικών με τους G. D. Latyshev και V. A. Khramov υπό την διεύθυνση του I. V. Kurchatov, μελέτησε τις ιδιότητες του νετρονίου, που πρόσφατα (1932) είχε ανακαλυφθεί. 
Σε μεταγενέστερη εργασία το 1936 με τους A. Alikhanov και A. I. Alikhanyan, ερεύνησαν πειραματικά τα συμπεράσματα του Αμερικανού Φυσικού R.S. Shakland για την πιθανότητα της παραβίασης των νόμων διατήρησης της ενέργειας και της ορμής στο φαινόμενο Compton. Το αποτέλεσμα της εργασίας τους ανατροφοδότησε το έργο του Shakland.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Artsimovich σπούδασε ηλεκτρονική οπτική και τα πειράματά του είχαν πολλά πρακτικά αποτελέσματα. 
Το 1944 μετακινήθηκε στο "Εργαστήριο Νο 2" (το επονομαζόμενο Ινστιτούτο Kurchatov) για να εργαστεί στο σοβιετικό πρόγραμμα κατασκευής της ατομικής βόμβας.
Το 1945 με τον I. Y. Pomeranchuk έκαναν μια θεωρητική μελέτη της απώλειας ακτινοβολίας σ' ένα βήτατρο. Το 1946, η εργασία αυτή επέτρεψε τον υπολογισμό  της μέγιστης ενέργειας που θα μπορούσε να μεταφερθεί σε ηλεκτρόνια που επιταχύνονται από ένα βήτατρο.

Από το 1950 ο Artsimovich άρχισε να ενδιαφέρεται για την επίλυση των δύσκολων προβλημάτων που εμφανίζονταν στην κατασκευή ενός ελεγχόμενου θερμοπυρηνικού αντιδραστήρα. Δημιούργησε μια ομάδα φυσικών που ξεκίνησε τη μελέτη της συμπεριφοράς του δευτερίου σε χαμηλή πίεση. Κατάφεραν να δημιουργήσουν, έστω για πολύ λίγο, έντονα ιονισμένο πλάσμα σε θερμοκρασία μερικών εκατομμυρίων βαθμών. Το 1952 αυτή η έρευνα οδήγησε στην ανακάλυψη ότι έντονα παλλόμενοι πυρήνες δευτερίου σε χαμηλή πίεση αποτελούν πηγή νετρονίων και σκληρών ακτίνων Χ.
Το 1958 στη Γενεύη, στο 2ο Διεθνές Συνέδριο για τη χρήση της ατομικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, έκανε λεπτομερή παρουσίαση των σοβιετικών μελετών στην παραγωγή ενέργειας από ελεγχόμενες θερμοπυρηνικές αντιδράσεις. 

Κάτω από την καθοδήγηση του Artsimovich υλοποιήθηκαν μεγάλα σχέδια για την εξέλιξη αυτής της έρευνας, που είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή του πρώτου θερμοπυρηνικού αντιδραστήρα τύπου "Tokamak" (ακρωνύμιο από τα ρώσικα тороидальная камера с магнитными катушками - σπειροειδής μαγνητικός θάλαμος). Ο Artsimovich θεωρείται ο "πατέρας" του Tokamak.

Από το 1963 ως το 1973 ήταν αντιπρόεδρος του σοβιετικού παραρτήματος της Επιτροπής Pugwash και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής των Σοβιετικών Φυσικών. 
Στη διάρκεια της ζωής του τιμήθηκε με πολλά μετάλλια και βραβεία, όπως:
  • Βραβείο Στάλιν, πρώτης τάξης (1953), 
  • βραβείο Λένιν (1958), 
  • κρατικό βραβείο ΕΣΣΔ (1971), κλπ.
Το 1966 ψηφίστηκε τιμητικά ως ξένο μέλος στην Αμερικάνικη Ακαδημία Τεχνών και Επιστημών.
Ο κρατήρας "Artsimovich" στη Σελήνη φέρει το όνομά του τιμητικά.