Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Σαν σήμερα ... 1900 γεννήθηκε ο Αυστριακός φυσικός Wolfgang Pauli.


Ο Wolfgang Pauli στο Αμβούργο το 1955.

Σαν σήμερα, στις 25 Απριλίου 1900, γεννήθηκε στη Βιέννη της Αυστρίας ( τότε Αυστροουγγαρίαο Wolfgang Ernst Pauli. Ο πατέρας του Wolfgang Joseph Pascheles, γιατρός και αργότερα χημικός, που προερχόταν από διακεκριμένη Εβραϊκή οικογένεια της Πράγας, έγινε καθολικός λίγο πριν το γάμο του με την Berta Camilla Schütz και άλλαξε το όνομά του σε Pauli. Ο ίδιος ο Wolfgang μεγάλωσε ως καθολικός χριστιανός, αλλά το Μάιο του 1929 αποχώρησε από την Καθολική Εκκλησία για άγνωστους λόγους. Το δεύτερο όνομά του "Ernst" προερχόταν από το όνομα του νονού του Ernst Mach.

Φοίτησε στο Γυμνάσιο Döblinger της Βιέννης  και σίγουρα δεν ήταν ένας τυπικός μαθητής, αφού από εκείνα τα χρόνια μελετούσε τις εργασίες του Αϊνστάιν για τη σχετικότητα. Τον Ιούλιο του 1918 τελείωσε το γυμνάσιο με διάκριση και γράφτηκε στο  Πανεπιστήμιο Ludwig-Maximilians του Μονάχου. Δύο μόλις μήνες μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο δημοσίευσε την πρώτη του εργασία σχετικά με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Τον Ιούλιο του 1921, εργαζόμενος υπό την καθοδήγηση του Arnold Sommerfeld που εκτιμούσε βαθιά ως επιστήμονα και άνθρωπο, πήρε το διδακτορικό του με θέμα την κβαντική θεωρία του ιονισμένου διατομικού υδρογόνου
Δύο μήνες μετά την απόκτηση του διδακτορικού του, ο Pauli δημοσίευσε την εργασία του για τη σχετικότητα, που στο διάστημα αυτό την είχε επεκτείνει στις 237 σελίδες. Η ιδιοφυία του αναγνωρίστηκε αμέσως από τον ίδιο τον Αϊνστάιν κι αυτή η εργασία αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στο θέμα, ακόμη και σήμερα.

Στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1921, ο Pauli εργάστηκε για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο του Göttingen ως βοηθός στον Max Born κι εκεί to 1922 γνώρισε τον Niels Bohr, μια προσωπικότητα που κατά τον ίδιο τον Pauli καθόρισε την παραπέρα πορεία του. Τον επόμενο χρόνο, κατόπιν πρόσκλησης του Bohr, πήγε στην Κοπεγχάγη στο Ινστιτούτο Θεωρητικής Φυσικής (αργότερα το 1965 ονομάστηκε Ινστιτούτο Niels Bohr). Από το 1923 μέχρι το 1928 ήταν λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου
Την περίοδο αυτή ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την εξέλιξη της μοντέρνας θεωρίας της κβαντικής μηχανικής
Το 1924 πρότεινε ένα νέο κβαντικό αριθμό με 2 πιθανές τιμές για τα ηλεκτρόνια, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα της ασυμφωνίας ανάμεσα στο παρατηρούμενο μοριακό φάσμα και την αναπτυσσόμενη θεωρία της κβαντικής μηχανικής. 
Σίγουρα ο Pauli είναι περισσότερο γνωστός για τη διατύπωση το 1925 της αρχής της απόκλισης (απαγορευτική αρχή του Pauli) στην οποία για πρώτη φορά στην κβαντική μηχανική λαμβάνεται υπόψη το σπιν

Το 1926, αφού ο Heisenberg είχε δημοσιεύσει τις βασικές αρχές της νεότερης κβαντικής μηχανικής, ο Pαuli χρησιμοποίησε αυτή τη θεωρία για να ερμηνεύσει το παρατηρούμενο φάσμα του ατόμου του υδρογόνου. Αυτό το αποτέλεσμα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση της αξιοπιστίας της θεωρίας του Heisenberg. 

Το 1927, η αυτοκτονία της μητέρας του, με την οποία  είχε πολύ στενή σχέση, αποτέλεσε προσωπική τραγωδία για τον Pauli, κατάσταση που επιδεινώθηκε μετά το δεύτερο γάμο του πατέρα του.
Παρά τα προσωπικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, η επιστημονική του εξέλιξη προχωρούσε με επιτυχία. Το 1928 έγινε καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ETH)

Στις 23 Δεκεμβρίου 1929 ο Pauli παντρεύτηκε στο Βερολίνο την χορεύτρια Käthe Margarethe Deppner, με την οποία δεν επρόκειτο να ζήσει πολύ καιρό μαζί. Σύντομα αυτή τον εγκατάλειψε και στις 29 Νοεμβρίου 1930 χώρισαν.

Στον Pauli οφείλεται η πρώτη υπόθεση ως προς την ύπαρξη του νετρίνουσε μία προσπάθεια να δικαιολογήσει την απώλεια της ενέργειας που παρατηρείται κατά τη διάσπαση ραδιενεργών υλικών. Η αλληλεπίδραση των σωματιδίων αυτών με την ύλη είναι τόσο περιορισμένη, που οι φυσικοί χρειάσθηκαν σχεδόν 30 χρόνια για να τη διαπιστώσουν πειραματικά.
Την πρώτη αναφορά για την θεωρητική ύπαρξη του σωματιδίου την έκανε σ' ένα γράμμα του στις 4 Δεκεμβρίου 1930. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση της εργασίας του έγινε  σε μία σύσκεψη στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας, στις 16 Ιουνίου 1931, όμως τυπωμένη η εργασία παρουσιάστηκε το 1933, αφού και ο ίδιος είχε ακόμη πολλές απορίες. Εκείνη την περίοδο πιθανολόγησε ότι το νετρίνο έχει μηδενική μάζα. 

Στο τέλος του 1930, αμέσως μετά την εργασία του για το νετρίνο και το διαζύγιό του, υπέστη σοβαρή ψυχολογική κατάρρευση, μια κατάσταση που τον οδήγησε στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή Carl Jung, που ζούσε επίσης στη Ζυρίχη. Η γνωριμία Pauli - Jung έδωσε την ευκαιρία στον μεν Jung να μελετήσει τα όνειρα που του περιέγραφε ο Pauli, στον δε Pauli να ασχοληθεί επιστημονικά και να συνεισφέρει στην ερμηνεία των βαθύτερων σκέψεών του. Ένα μεγάλο μέρος των συζητήσεων που εδημιουργούντο στη διάρκεια αυτών των συναντήσεων έχουν δημοσιευθεί στην αλληλογραφία των Pauli-Jung και στο "Atom and Archetype", όπου αναλύονται πάνω από 400 όνειρα του Pauli. 

Τα πράγματα πήγαν καλύτερα για τον Pauli μετά το δεύτερο γάμο του με την Franciska Bertram, στις 4 Απριλίου 1934. Σε αντίθεση με τον πρώτο καταστροφικό γάμο του, η δεύτερη σύζυγος τον βοήθησε να ισορροπήσει και έζησαν μαζί μέχρι το τέλος του, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Παράλληλα με την εργασία του στο ETH, το 1931 έγινε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Michigan και το 1935 στο Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών στο Princeton.  

Το 1940 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ και εργάστηκε ως καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών του Princeton. Το 1941 ήταν πάλι επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Michigan και το 1942 επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Purdue.

Τo 1946, μετά τον πόλεμο, έγινε πολίτης των ΗΠΑ, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Έτσι, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εύκολη η απόφαση γι' αυτόν, τελικά προτίμησε να εγκατασταθεί στη Ζυρίχη, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ζωής του, παίρνοντας και την Ελβετική υπηκοότητα το 1949.

Στη διάρκεια της καριέρας του, ο Pauli συνέβαλλε σημαντικά στην εξέλιξη της κβαντικής μηχανικής. Δεν δημοσίευε πολλές εργασίες, αλλά προτιμούσε ν' αλληλογραφεί με στενούς συνεργάτες και φίλους, όπως ο Bohr και ο Heisenberg. 
Ο Pauli είναι μεταξύ εκείνων που συνέβαλλαν περισσότερο στη μελέτη της ενοποίησης της θεωρίας της σχετικότητας με την κβαντική μηχανική, κεντρικό πρόβλημα της σύγχρονης Φυσικής.

Το 1931 βραβεύθηκε με το μετάλλιο Lorentz.  
Το 1945, μετά από πρόταση του Αϊνστάιν, πήρε το βραβείο Nobel Φυσικής "για την ανακάλυψη της αρχής της απόκλισης, επίσης καλούμενης αρχή του Pauli". Δεν παρέστη στην τελετή απονομής του βραβείου στη Στοκχόλμη, αλλά έγινε ειδική τελετή γι' αυτόν στο Princeton, στις 10 Δεκεμβρίου 1945.
Το 1958 βραβεύτηκε με το μετάλλιο Max Planck.

Όμως ο Wolfgang Pauli έχει χαρακτηριστεί και ως "καταραμένος" νομπελίστας. Ο λόγος ήταν γιατί κάποιες φορές, όταν περπατούσε σ' ένα χώρο, κάτι κακό συνέβαινε. Έσπαγαν πράγματα γύρω του. Ο εξοπλισμός δεν δούλευε. Αυτό που "προκαλούσε" έχει πλέον αποκτήσει το όνομα "Pauli effect" (αποτέλεσμα Πάουλι). Αν και θα μπορούσε εύκολα να εξηγηθεί ως σύμπτωση, κάποια πρόσωπα της επιστημονικής κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Pauli, πίστευαν ότι η κατάρα ήταν πραγματική.

Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες. Στο πανεπιστήμιο του Göttingen, το 1920, ένα σημαντικό τμήμα του εξοπλισμού ανατινάχτηκε, καθώς ο επιστήμονας άλλαζε τρένο. Στα εγκαίνια του Ινστιτούτου της Ζυρίχης, το 1948, ένα πολύτιμο κινεζικό βάζο έσπασε, όταν ο Pauli μπήκε στην αίθουσα. Μια άλλη ιστορία λέει ότι συνάδελφοι φυσικοί του Pauli είχαν προγραμματίσει μια φάρσα στην οποία ένας πολυέλαιος θα έπεφτε όταν εκείνος θα έμπαινε στο δωμάτιο, αλλά η φάρσα δεν λειτούργησε, αποδεικνύοντας την επίδραση στην κακοτυχία του φυσικού. Όλα αυτά έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να απαγορευτεί η είσοδός του στο εργαστήριο του βραβευμένου με Νόμπελ, Otto Stern.

Ένα άλλο γεγονός που επέδρασε στην μετέπειτα συμπεριφορά του ήταν, όπως προανέφερα, η εγκατάλειψή του από τη σύζυγό του, 11 μόλις μήνες μετά το γάμο τους, μ' έναν χημικό, συνάδελφό του. Λέγεται ότι σχολιάζοντας ο Pauli αυτό το χωρισμό είχε πει «Να τα έφτιαχνε μ' έναν ταυρομάχο θα μπορούσα να αναμετρηθώ μαζί του, αλλά μ' έναν απλό χημικό...».  

Πολλές από τις ιδέες και τα αποτελέσματα στα οποία είχε καταλήξει ο Pauli ποτέ δεν δημοσιεύθηκαν. Αρκετά από αυτά εμφανίζονταν σε γράμματα και διακινούνταν στον επιστημονικό κόσμο από τους παραλήπτες τους. Είναι ο μόνος για τον οποίο ο Αϊνστάιν είχε δηλώσει επίσημα ότι τον θεωρούσε άξιο διάδοχό του. 
Το 1958, έσπασε  η πολύ καλή φιλία και επιστημονική συνεργασία που είχε με τον Heisenberg, όταν αναφέρθηκε απλά ως "βοηθός του καθηγητή Heisenberg" από το δελτίο τύπου, μετά την ανακοίνωση μιας εργασίας που είχαν κάνει μαζί, στο Göttingen.

Το 1953 ο Pauli ψηφίστηκε ως εξωτερικό μέλος της Royal Society του Λονδίνου και το 1958 έγινε εξωτερικό μέλος της Ολλανδικής Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών.
Στην αθέατη πλευρά της σελήνης έχει δοθεί το όνομα Pauli σ' έναν κρατήρα.

Πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1958 στο νοσοκομείο Rotkreuz της Ζυρίχης, σε ηλικία 58 ετών, από καρκίνο του παγκρέατος.

Στο CERN υπάρχει ένα μεγάλο αρχείο υλικού (γράμματα, βιβλία, φωτογραφίες κλπ) του Wolfgang Pauli. Το υλικό αυτό προσφέρθηκε μετά το θάνατό του, από τη χήρα του Franca Pauli, κατόπιν μεσολάβησης του πρώην βοηθού του Victor F. Weisskopf, διευθυντή στο CERN την περίοδο 1961 - 1965 και του τελευταίου βοηθού του Charles Enz.

Πηγή: Today in Science History

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Σαν σήμερα ... 1858 γεννήθηκε ο πατέρας της Κβαντικής Θεωρίας Max Planck.


Από την ιστοσελίδα "Famous Scientists - The Art of Genius"

Σαν σήμερα, στις 23 Απριλίου 1858, γεννήθηκε στο Κίελο της Γερμανίας, ο πατέρας της Κβαντικής Θεωρίας, Max Karl Ernst Ludwig Planck (Μαξ Πλανκ). 

Ο Μαξ Πλανκ ήταν το έκτο παιδί του Johann Julius Wilhelm Planck, καθηγητή της Νομικής στα Πανεπιστήμια του Κιέλου και Μονάχου και το τέταρτο της δεύτερης συζύγου του, Emma Patzig. Ο προπάππος και ο παππούς του ήταν καθηγητές της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, ενώ ο θείος του Gottlieb Planck ήταν δικαστής. 

Το 1867 η οικογένεια Πλανκ μετακόμισε στο Μόναχο και ο Μαξ εγγράφηκε στο περίφημο γυμνάσιο Königliches Maximilians, όπου είχε ως μαθηματικό τον Hermann Müller, ο οποίος του δίδαξε επίσης αστρονομία και μηχανική. Ο Πλανκ τελείωσε τη μέση εκπαίδευση σε ηλικία 16 ετών, έχοντας εξαιρετικό ταλέντο και στη μουσική: έπαιζε πιάνο, εκκλησιαστικό όργανο και βιολοντσέλο, τραγουδούσε και συνέθετε τραγούδια και όπερες. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να σπουδάσει Φυσική.

Ο καθηγητής της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Philipp von Jolly, τον συμβούλευσε να ακολουθήσει κάποια άλλη επιστήμη, αφού κατά τη γνώμη του, στη Φυσική όλα σχεδόν είχαν ανακαλυφθεί. Ο Πλανκ του απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να ανακαλύψει νέα πράγματα, απλώς να κατανοήσει τα ήδη γνωστά. Ξεκίνησε έτσι τις σπουδές του το 1874. Μετά από λίγα πειράματα (π.χ. μελέτη της διάχυσης του υδρογόνου σε υπέρθερμο λευκόχρυσο), ο Πλανκ στράφηκε οριστικά προς τη Θεωρητική Φυσική.

Το 1877 πήγε στο Βερολίνο για ένα χρόνο μελέτης με τους διάσημους φυσικούς Χέρμαν φον Χέλμχολτζ (Hermann von Helmholtz) και Γκούσταβ Κίρκοφ (Gustav Kirchhoff). Επίσης μελέτησε κοντά στον μαθηματικό Καρλ Βάιερστρας. Βρήκε τις διαλέξεις των Χέλμχολτζ και Κίρκοφ μάλλον βαρετές, ωστόσο απέκτησε φιλία με τον πρώτο. Κυρίως, όμως, μελέτησε μόνος του τα έργα του Ρούντολφ Κλαούζιους (R. Clausius), κάτι που τον οδήγησε να επιλέξει τη θεωρία της θερμότητας ως πεδίο για ειδίκευση. 
Τον Φεβρουάριο 1879 ο Πλανκ υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή, που είχε τίτλο "Über den zweiten Hauptsatz der mechanischen Wärmetheorie" ("Επί του δευτέρου θεμελιώδους θεωρήματος της μηχανικής θεωρίας της θερμότητας"). Στη συνέχεια δίδαξε για λίγο καιρό Μαθηματικά και Φυσική στο παλιό του γυμνάσιο στο Μόναχο.

Τον Ιούνιο 1880 παρουσίασε τη διατριβή του "Gleichgewichtszustände isotroper Körper in verschiedenen Temperaturen" ("Καταστάσεις ισορροπίας ισοτροπικών σωμάτων σε διάφορες θερμοκρασίες") για θέση υφηγητή.

Μετά την ολοκλήρωση της υφηγεσίας του, ο Πλανκ διορίσθηκε ως άμισθος υφηγητής στο Μόναχο, μέχρι να του προσφερθεί μία καθηγητική έδρα.  
Τον Απρίλιο 1885 ο Πλανκ διορίσθηκε έκτακτος καθηγητής της Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου. Ακολούθησαν νέες μελέτες του πάνω στην εντροπία και την εφαρμογή της στη Φυσικοχημεία. Ο Πλανκ πρότεινε μία θερμοδυναμική βάση για τη θεωρία της ηλεκτρολυτικής διασπάσεως του Σβάντε Αρρένιους.

Το 1889 χρίστηκε διάδοχος του Κίρκοφ στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το πιθανότερο χάρη στη μεσολάβηση του Χέλμχολτζ και το 1892 έγινε τακτικός καθηγητής. Εκεί έγινε μέλος της τοπικής εταιρείας Φυσικής. Χάρη σε πρωτοβουλία του Πλανκ, οι διάφορες τοπικές Εταιρείες Φυσικής στη Γερμανία συνενώθηκαν το 1898 και σχημάτισαν τη "Γερμανική Φυσική Εταιρεία" ("Deutsche Physikalische Gesellschaft", DPG), της οποίας ο Πλανκ ήταν πρόεδρος από το 1905 ως το 1909.

Το 1894 ο Πλανκ έστρεψε την προσοχή του στο πρόβλημα της ακτινοβολίας μέλανος σώματος. Είχε αναλάβει να ανακαλύψει για λογαριασμό εταιρειών ηλεκτρισμού τον τρόπο παραγωγής του περισσότερο δυνατού φωτός με λαμπτήρες που θα κατανάλωναν την ελάχιστη ενέργεια. Με το πρόβλημα είχε ήδη ασχοληθεί ο Κίρκοφ το 1859: πώς εξαρτάται η ένταση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπει ένα μέλαν σώμα από τη συχνότητα της ακτινοβολίας (π.χ. το χρώμα του φωτός) και τη θερμοκρασία του μέλανος σώματος; Το ζήτημα είχε ήδη μελετηθεί πειραματικά, αλλά ο νόμος Rayleigh-Jeans που εξαγόταν με τη βοήθεια της Κλασικής Φυσικής αποτύγχανε να εξηγήσει την παρατηρούμενη συμπεριφορά σε υψηλές συχνότητες, δίνοντας πυκνότητα ενέργειας αποκλίνουσα προς το άπειρο, από όπου και ο όρος «υπεριώδης καταστροφή». Ο Βίλχελμ Βίεν πρότεινε τον ομώνυμο νόμο (Νόμος του Βίεν), που προέβλεπε με ακρίβεια τη συμπεριφορά σε υψηλές συχνότητες, αλλά αποτύγχανε στις χαμηλές. Στην προσπάθειά του να συμφιλιώσει τη θεωρία με το πείραμα, ο Πλανκ ανακάλυψε τον περίφημο Νόμο του Πλανκ για την ακτινοβολία μέλανος σώματος, που θα συγκλόνιζε την επιστήμη της Φυσικής από τα θεμέλιά της. Ο νόμος πρωτοπαρουσιάστηκε σε μία συνάντηση της Γερμανικής Φυσικής Εταιρείας στις 19 Οκτωβρίου 1900 και δημοσιεύθηκε το 1901.

Η θεμελιώδης παραδοχή για να μπορεί να εξαχθεί ο Νόμος του Πλανκ είναι ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία μπορεί να εκπέμπεται μόνο σε κβαντισμένη μορφή, σε «κβάντα» ή «πακέτα», η ποσότητα της ενέργειας που περιείχε το καθένα από τα οποία ήταν υποχρεωτικώς ακέραιο πολλαπλάσιο μιας στοιχειώδους ποσότητας. Στην περίπτωση αυτή, η στοιχειώδης ποσότητα είναι ανάλογη της συχνότητας της ακτινοβολίας, E = hν, όπου h μία σταθερά που σήμερα ονομάζεται «σταθερά του Πλανκ» και είναι η θεμελιώδης σταθερά της Κβαντομηχανικής.

Αρχικώς, ο Πλανκ θεωρούσε την κβάντωση, στην οποία είχε υποχρεωθεί, ως «μία καθαρώς τυπική παραδοχή... στην πραγματικότητα δεν τη σκεφτόμουν και πολύ». Μόνο που η παραδοχή αυτή ήταν όχι απλώς αντίθετη, αλλά και ασύμβατη με τη μέχρι τότε Φυσική (που από τότε αποκαλούμε Κλασική Φυσική) και απετέλεσε τη γέννηση της Κβαντικής Φυσικής και το μεγαλύτερο διανοητικό επίτευγμα του Πλανκ (πάντως ο Μπόλτσμαν είχε μιλήσει ήδη από το 1877 σε μία θεωρητική δημοσίευση για την πιθανότητα οι ενεργειακές καταστάσεις ενός φυσικού συστήματος να είναι διακριτές). 
To 1918 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής "σε αναγνώριση των υπηρεσιών που πρόσφερε για την προαγωγή της Φυσικής με την ανακάλυψη των κβάντα ενέργειας".

Το 1905 ο μέχρι τότε τελείως άγνωστος Άλμπερτ Αϊνστάιν δημοσίευσε τις τρεις μνημειώδεις εργασίες του στο επιστημονικό περιοδικό Annalen der Physik. Ο Πλανκ ήταν ένας από τους λίγους επιστήμονες του κατεστημένου που κατάλαβαν αμέσως τη σημασία της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας. Χάρη στη μεγάλη επιρροή του Μαξ Πλανκ, η θεωρία έγινε σύντομα ευρύτατα αποδεκτή στη Γερμανία και από εκεί και στη διεθνή κοινότητα των Φυσικών. Ο Πλανκ είχε εξάλλου ο ίδιος σημαντική συνεισφορά στην επέκταση της θεωρίας.

Όμως, η υπόθεση του Αϊνστάιν για την ύπαρξη κβάντων φωτός (των φωτονίων) για την ερμηνεία του φωτοηλεκτρικού φαινομένου είχε απορριφθεί αρχικώς από τον Πλανκ, ο οποίος ήταν απρόθυμος να απορρίψει την Κλασική Ηλεκτροδυναμική του Μάξγουελ.

Το 1907 προτάθηκε στον Πλανκ η θέση του Μπόλτσμαν στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, αλλά απέρριψε την προσφορά προκειμένου να παραμείνει στο Βερολίνο. Το 1909 δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής της Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. 

Το 1910 ο Αϊνστάιν υπέδειξε την ανώμαλη συμπεριφορά της ειδικής θερμότητας σε χαμηλές θερμοκρασίες ως ένα ακόμα παράδειγμα φαινομένου που δεν εξηγείται με την Κλασική Φυσική. Οι Πλανκ και Νερνστ, προκειμένου να διευκρινισθεί ο αυξανόμενος αριθμός των αντιφάσεων της Κλασικής Φυσικής με το πείραμα, διοργάνωσαν το πρώτο συνέδριο του Solvay στις Βρυξέλλες το 1911. Σε αυτή τη συνάντηση ο Αϊνστάιν κατόρθωσε τελικά να πείσει τον Πλανκ για την ορθότητα της άποψής του. Από τότε η υποστήριξη του Πλανκ προς τον κατά 21 χρόνια νεότερό του Αϊνστάιν ήταν αμέριστη και ολόπλευρη. Καθώς ο Πλανκ είχε τη θέση του κοσμήτορα στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1914, μπόρεσε να μετακαλέσει τον Αϊνστάιν εκεί και να δημιουργήσει μία νέα θέση καθηγητή γι' αυτόν. Σύντομα οι δυο επιστήμονες έγιναν φίλοι και μάλιστα συναντιόνταν τακτικά για να ψυχαγωγηθούν παίζοντας μουσική.

Η ταραγμένη περίοδος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αναπόφευκτο να φέρει διαφορές στη συμπεριφορά ανάμεσα στους επιστήμονες ως προς τη φιλειρηνικότητά τους. 
Ο Πλανκ συνυπέγραψε το «Μανιφέστο των 93 διανοουμένων», ένα φιλοπολεμικό κείμενο, ενώ ο Αϊνστάιν κράτησε μία αυστηρά φιλειρηνική στάση, που λίγο έλειψε να οδηγήσει στη φυλάκισή του (από την οποία σώθηκε μόνο χάρη στην Ελβετική υπηκοότητα). Αλλά και ο Πλανκ, ήδη από το 1915 είχε αποκηρύξει (μετά και από συναντήσεις του με τον Ολλανδό φυσικό Lorentz) τμήματα του Μανιφέστου και το 1916 υπέγραψε μία διακήρυξη κατά της πολιτικής των προσαρτήσεων χωρών από τη Γερμανία. Κατά τη δύσκολη αυτή πολεμική και μεταπολεμική περίοδο στη Γερμανία, ο Πλανκ είχε την τύχη να θεωρείται η μεγαλύτερη αυθεντία της Φυσικής εκεί, κάτι που πιθανώς διευκόλυνε περισσότερο και τη συνακόλουθη ευρεία αποδοχή της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Αϊνστάιν. Ο Πλανκ διέδωσε το σλόγκαν «επιμείνετε και εξακολουθείστε να εργάζεσθε» προς τους συμπατριώτες του ερευνητές επιστήμονες. 

Ο Πλανκ συνταξιοδοτήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου στις 10 Ιανουαρίου 1926. Τη θέση του κατέλαβε ο Έρβιν Σρέντινγκερ.

Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Πλανκ, ήδη 74 ετών, είδε αρκετούς συνεργάτες και φίλους να διώχνονται από τις θέσεις τους και να ταπεινώνονται, επειδή είχαν έστω και μερικώς εβραϊκή καταγωγή. Επίσημα υιοθέτησε και πάλι το «επιμείνετε και εξακολουθείστε να εργάζεσθε», ζητώντας από τους επιστήμονες που σκέπτονταν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, να παραμείνουν στη Γερμανία. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν εμπόδισε τον Αϊνστάιν να διαφύγει εγκαίρως από τη χώρα, μολονότι έλπιζε πως η κατάσταση θα βελτιωνόταν.

Καθώς το πολιτικό κλίμα στη Γερμανία γινόταν όλο και πιο εχθρικό, ο Γιοχάνες Σταρκ, οπαδός της ναζιστικής ιδεολογίας, επιτέθηκε στους Πλανκ, Σόμερφελντ και Χάιζενμπεργκ επειδή εξακολουθούσαν να διδάσκουν τις θεωρίες του Αϊνστάιν, αποκαλώντας τους «λευκούς Εβραίους». Το "Hauptamt Wissenschaft" (το γραφείο των Ναζί για την Επιστήμη) άρχισε μία λεπτομερή διερεύνηση του γενεαλογικού δένδρου του Πλανκ, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν ότι ήταν Εβραίος πάνω από το όριο του «1/16».

Μεταξύ 1930 και 1937, αλλά και για μικρό διάστημα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διετέλεσε πρόεδρος της Kaiser-Wilhelm-Gesellschaft, της κρατικής εταιρείας επιστημονικών ερευνών υπό την αιγίδα της οποίας λειτουργούσαν τα ομώνυμα ερευνητικά ινστιτούτα (Kaiser-Wilhelm-Institute). Τον Φεβρουάριο 1948 η εταιρεία μετονομάστηκε προς τιμή του σε Max-Planck-Gesellschaft και τα ερευνητικά ινστιτούτα αντίστοιχα σε Max-Planck-Institute.

Το 1938, όταν ο Πλανκ γινόταν 80 ετών, η Γερμανική Φυσική Εταιρεία εόρτασε επίσημα το γεγονός και κατά την τελετή τίμησε με το ομώνυμο μετάλλιο Max-Planck (την υψηλότερη τιμή της από το 1928) τον Γάλλο επιστήμονα Λουί ντε Μπρολί, ένα μόλις χρόνο πριν κηρυχθεί ο πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Στο τέλος του έτους, η «Πρωσική Ακαδημία Επιστημών», της οποίας ο Πλανκ ήταν πρόεδρος, έχασε την όποια ανεξαρτησία τής είχε απομείνει και καταλήφθηκε από πιστούς του καθεστώτος. Ο Πλανκ διαμαρτυρήθηκε παραιτούμενος. Συνέχισε να ταξιδεύει, να δίνει πολυάριθμες δημόσιες ομιλίες, όπως την περίφημη διάλεξή του για τη σχέση Επιστήμης και Θρησκείας και πέντε χρόνια αργότερα μπορούσε ακόμα να ορειβατεί στις Άλπεις.

Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί του Βερολίνου υποχρέωσαν τον Πλανκ και τη σύζυγό του να αναζητήσουν καταφύγιο στην εξοχή. Τον Φεβρουάριο του 1944 το σπίτι του στο Βερολίνο καταστράφηκε εντελώς από μία αεροπορική επιδρομή, μαζί και το σύνολο του επιστημονικού του αρχείου και της επιστημονικής του αλληλογραφίας. Τελικά περιήλθε σε επικίνδυνη θέση και στο εξοχικό του καταφύγιο, εξαιτίας της γρήγορης επέλασης των συμμαχικών δυνάμεων από τις δύο πλευρές. Γι' αυτό διέφυγε από εκεί και τελικά βρέθηκε μετά από ημέρες σε κακή κατάσταση, να περιπλανιέται στο γειτονικό δάσος. 
Μετά το τέλος του πολέμου φιλοξενήθηκε από ένα συγγενή του στην πόλη Γκέτινγκεν. 
Το 1946 ταξίδεψε στο Λονδίνο με αφορμή τα 300 χρόνια από τη γέννηση του Νεύτωνα και ήταν ο μόνος Γερμανός που είχε προσκληθεί. 
Τον Απρίλιο του 1946 ο Πλανκ παρέδωσε την προεδρία του Kaiser-Wilhelm-Gesellschaft στον Ότο Χαν
Πέθανε στις 4 Οκτωβρίου 1947, σε ηλικία 89 ετών και τάφηκε στο παλιό κοιμητήριο Stadtfriedhof στο Γκέτινγκεν.

Τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων, όπως
και ανακηρύχτηκε σε επίτιμο διδάκτορα πολλών πανεπιστημίων: Φρανκφούρτης, Μονάχου, Ροστόκ, Βερολίνου, Γκρατς, Αθηνών, Κέμπριτζ, Λονδίνου και Γλασκώβης.

Μεταξύ άλλων, προς τιμή του ονομάστηκαν 
  • Η σταθερά του Πλανκ, η θεμελιώδης σταθερά της Κβαντικής Φυσικής,
  • Ο Νόμος του Πλανκ για την ακτινοβολία μέλανος σώματος,
  • Ο αστεροειδής 1069 Planckia,
  • Ο μεγάλος κρατήρας Πλανκ στην αθέατη πλευρά της Σελήνης,
  • Η Εταιρεία Μαξ Πλανκ στη Γερμανία,
  • Η διαστημική αποστολή «Πλανκ» του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA), 
  • Οι «Μονάδες Πλανκ», όπως: το Πλανκ μήκος, ο Πλανκ χρόνος, η Πλανκ μάζα, η Πλανκ θερμοκρασία, το Πλανκ φορτίο και η Εποχή Πλανκ στην θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Σαν σήμερα ... 1927 γεννήθηκε ο Ελβετός νομπελίστας φυσικός Karl Müller.


Ο Karl Alexander Müller το 2004 με ιδιόχειρη αφιέρωση.

Σαν σήμερα, στις 20 Απριλίου 1927, γεννήθηκε ο Karl Alexander Müller στη Βασιλεία της Ελβετίας. Πατέρας του ήταν ο μουσικός Paul Müller και μητέρα του η Irma Feigenbaum. Η οικογένειά του είχε σχέση με τον ομώνυμο διακεκριμένο οίκο παρασκευής σοκολάτας. Τα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση του Karl η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, όπου ο πατέρας του σπούδαζε μουσική. Λίγο αργότερα, ο Karl και η μητέρα του μετακόμισαν στο σπίτι των παππούδων του, στο Dornach, κοντά στη Βασιλεία της Ελβετίας. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο Λουγκάνο, στην περιοχή της Ελβετίας που μιλούσαν ιταλικά. 
Όταν το 1938 ο Karl έχασε τη μητέρα του, ο πατέρας του τον έβαλε εσώκλειστο στο Ευαγγελικό Κολέγιο στην πόλη Schiers, κοντά στα αυστριακά σύνορα, για να τελειώσει το γυμνάσιο. Εκεί, έμεινε 7 χρόνια ως το 1945 και πήρε το δίπλωμα Matura. Στη διάρκεια της φοίτησής του έδειξε ενδιαφέρον στα ραδιόφωνα και τα ηλεκτρονικά. Ενώ σκεφτόταν να σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανικός, ο καθηγητής της χημείας Dr. Saurer τον έπεισε να στραφεί στη φυσική.

Στα 19 του ο Müller έκανε τη σύντομη στρατιωτική του θητεία στον Ελβετικό στρατό και στη συνέχεια γράφτηκε στο περίφημο Τμήμα Φυσικής και Μαθηματικών του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης (ETH). Εκεί, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από τα περισσότερα μαθήματα που παρακολουθούσε, τελικά παρέμεινε μέχρι το τέλος, όταν γνώρισε τον Wolfgang Pauli που τον επηρέασε βαθιά. Η διπλωματική του εργασία ήταν σχετική με το φαινόμενο Hall και έγινε δίπλα στον καθηγητή G. Busch. 

Αφού πήρε το δίπλωμά του, εργάστηκε για ένα χρόνο στο Τμήμα Βιομηχανικής Έρευνας του ETH, πάνω στο σύστημα προβολής Eidophor. Στη συνέχεια επέστρεψε ως βοηθός στην ομάδα του Busch για να κάνει το διδακτορικό του στον Ηλεκτρονικό Παραμαγνητικό Συντονισμό (Electron Paramagnetic Resonance - EPR). Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα τέλη του 1957.

Νωρίτερα, την άνοιξη του 1956, παντρεύτηκε την Ingeborg Marie Louise Winkler με την οποία απέκτησαν το 1957 τον γιο τους Eric (οδοντίατρος) και το 1960 την κόρη τους Sylvia (νηπιαγωγός).

Το 1958 εντάχθηκε στο Battelle Memorial Institute στη Γενεύη, όπου σύντομα έγινε επικεφαλής ομάδας για τον παραμαγνητικό συντονισμό.
Το 1963 μπήκε στο προσωπικό του Ερευνητικού Εργαστηρίου της ΙΒΜ Ζυρίχης, στο Rüschlikon. Εκεί παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1992. Παράλληλα, το 1970 αποδέχτηκε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.
Από το 1972 έως το 1985 ο Müller ήταν επικεφαλής του Τμήματος Φυσικής στο Ερευνητικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης (ZRL).

Για 15 περίπου χρόνια που ήταν στην ΙΒΜ, η έρευνά του επικεντρώθηκε στο υλικό SrTiO3 (τιτανικό στρόντιο) και στις ενώσεις του περοβσκίτη (CaTiO3). Μελέτησε τις φωτοχρωμικές ιδιότητές τους όταν επηρεάζονται από ιόντα μεταβατικών μετάλλων, τους χημικούς δεσμούς τους, τις σιδηροηλεκτρικές τους ιδιότητες και τα φαινόμενα αλλαγών της δομικής τους κατασκευής. Σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας έχουν δημοσιευθεί σε βιβλίο που γράφτηκε με τον Tom Kool από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Müller άρχισε να ψάχνει για ουσίες που θα μπορούσαν να γίνουν υπεραγώγιμες σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες. Η υψηλότερη κρίσιμη θερμοκρασία (Tc) που ήταν εφικτή την εποχή εκείνη ήταν περίπου 23 Κ (βαθμοί Κέλβιν).
Το 1983 ο Müller πήρε κοντά του στην IBM τον J. Georg Bednorz για να βοηθήσει στην συστηματική δοκιμή διαφόρων οξειδίων. Μερικές πρόσφατες μελέτες είχαν δείξει ότι αυτά τα υλικά μπορεί να είναι υπεραγώγιμα. Το 1986, οι δυο τους κατάφεραν να επιτύχουν υπεραγωγιμότητα στο υλικό  LBCO (οξείδιο λανθανίου, βαρίου, χαλκού) σε θερμοκρασία 35 K, που ήταν αρκετά υψηλή, αν αναλογιστούμε ότι είχαν χρειαστεί 75 χρόνια για μετάβαση από 11 Κ σε 23 Κ και εκεί υπήρχε στασιμότητα για 13 χρόνια. 
Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε σε νέες έρευνες που έφεραν νέα υλικά, όπως το BSCCO (οξείδιο βισμουθίου, στροντίου, ασβεστίου, χαλκού  -  Tc = 107 K) και το YBCO (οξείδιο υτρίου, βαρίου, χαλκού  -  Tc = 92 K).

Τον Ιούνιο του 1986, οι Müller και Bednorz ανακοίνωσαν την ανακάλυψή τους με δημοσίευση της εργασίας τους στο περιοδικό Zeitschrift für Physik Β. Πριν από το τέλος του 1986, ο Shoji Tanaka στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο και στη συνέχεια ο Paul Chu στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, επιβεβαίωσαν το αποτέλεσμά τους, εργαζόμενοι ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο.

Έτσι, το 1987 ο Karl Müller και ο Georg Bednorz μοιράστηκαν το Νόμπελ Φυσικής "για την σημαντική ανακάλυψη της υπεραγωγιμότητας σε κεραμικά υλικά".
Ήταν το συντομότερο χρονικά Νόμπελ που δόθηκε μετά από μία ανακάλυψη.

Πριν και μετά από το Νόμπελ, ο Müller τιμήθηκε με πολλά βραβεία και μετάλλια, όπως
ενώ έγινε μέλος πολλών επιστημονικών ενώσεων και επίτιμος διδάκτορας πανεπιστημίων.



















Σήμερα ο Müller εξακολουθεί να ασχολείται επιστημονικά με τον περοβσκίτη, τους μαγγανίτες και τα σιδηροηλεκτρικά υλικά, δίχως να παραμελεί τα αγαπημένα του σπορ, σκι και κολύμπι.

Μπορείτε να διαβάσετε στα αγγλικά μια ενδιαφέρουσα αφήγηση του Karl Alexander Müller στην Annette Bussmann-Holder στις 24-26 Αυγούστου 2015, στη Γενεύη, όπου στα πλαίσια καταγραφής της Προφορικής Ιστορίας (Oral-History) από το IEEE History Center, περιγράφει τη ζωή του και την εργασία του. 

Πηγή: Today in Science History

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Σαν σήμερα ... 1955 πέθανε ο Albert Einstein.



Σαν σήμερα, στις 18 Απριλίου 1955, πέθανε ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einsteinστο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Princeton, από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1879, στην Ulm της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από εβραϊκή οικογένεια. Ο πατέρας του, Χέρμαν Αϊνστάιν, ήταν επιχειρηματίας και η μητέρα του, Παουλίνε Κοχ, ήταν αξιόλογη πιανίστρια. Είχε μία αδελφή, την Μαρία, που ήταν δύο χρόνια μικρότερή του.  

To 1880, η οικογένειά του μαζί με τον θείο του Jakob μετακόμισαν στο Μόναχο όπου δημιούργησαν την ηλεκτρική εταιρεία Elektrotechnische Fabrik J. Einstein & Cie, που παρήγε ηλεκτρικά όργανα για συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα. Στο Μόναχο ο Αϊνστάιν πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της προσχολικής εκπαίδευσής του.
Μίλησε μετά τα τρία χρόνια της ζωής του και μέχρι τότε οι γονείς του πίστευαν ότι ήταν ένα καθυστερημένο αγόρι. Αυτό, σε συνδυασμό με την τάση του να ψιθυρίζει λόγια στον εαυτό του, οδήγησε την καμαριέρα της οικογένειας να του δώσει το παρατσούκλι "der depperte" ("ο ναρκωμένος").
Ο μικρός Άλμπερτ ξεκίνησε μαθήματα βιολιού από την ηλικία των 5 ετών και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν αποχωρίστηκε το αγαπημένο του όργανο.

Στα σχολικά μαθήματα ήταν μάλλον μέτριος. Βέβαια, αργότερα ισχυριζόταν ότι λειτουργούσε έτσι από "άποψη', γιατί θεωρούσε το σχολείο "ένα στρατιωτικό καψόνι για ανεγκέφαλους". Έτσι, προτιμούσε να μελετά στο σπίτι.

Το 1894 η επιχείρηση της οικογένειας στο Μόναχο ναυάγησε, με αποτέλεσμα οι Αϊνστάιν να μετακινηθούν στην Ιταλία, στην αρχή στο Μιλάνο και τελικά στην Παβία. Στην αρχή ο Άλμπερτ δεν ακολούθησε την οικογένεια, αλλά παρέμεινε στο Μόναχο για να τελειώσει το Γυμνάσιο Luitpold. Όμως τον Δεκέμβριο του 1894 παράτησε το σχολείο του με τη δικαιολογία ότι ήταν άρρωστος και πήγε στην Παβία να συναντήσει την οικογένειά του. Το 1895, στη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, έγραψε μια σύντομη εργασία (ήταν η πρώτη) με τίτλο "Über die Untersuchung des Ätherzustandes im magnetischen Felde" ("Αναζητώντας την φύση του Αιθέρα σ' ένα μαγνητικό πεδίο"). Ο ίδιος ο Αϊνστάιν την αποκήρυξε λίγα χρόνια μετά. Μέχρι τον θάνατό του, ο Αϊνστάιν δημοσίευσε συνολικά περισσότερες από 300 επιστημονικές εργασίες.  
Το 1895 έδωσε εξετάσεις για την εισαγωγή του στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (μετέπειτα ETH), αλλά δεν πέρασε, επειδή δεν έπιασε την απαιτούμενη βαθμολογία, παρόλο ότι πήρε καλούς βαθμούς στη φυσική και στα μαθηματικά. Κατόπιν συμβουλής του πρύτανη του Πολυτεχνείου, γράφτηκε στο γυμνάσιο του ελβετικού καντονιού στο Aarau (Argovian) για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1896 πήρε το Ελβετικό Matura και σε ηλικία 17 ετών γράφτηκε στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης να σπουδάσει φυσική και μαθηματικά. Το 1900 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο.

Η βαθμολογία του Αϊνστάιν το 1896

Το 1902, ο πατέρας του Αϊνστάιν πέθανε, αφήνοντάς τον να φροντίζει τη μητέρα και την αδελφή του, κάτι το οποίο ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς ήταν άνεργος. Επιπλέον, η οικογένεια του ήταν σε σημαντικό βαθμό χρεωμένη προς τον θείο του Jacob. 

Το 1903 ο Άλμπερτ παντρεύτηκε την Σερβικής καταγωγής Μιλέβα Μάριτς (Mileva Marić), με την οποία είχε αναπτύξει σχέση από την εποχή που φοιτούσαν στο ίδιο τμήμα στο Πολυτεχνείο, χωρίς εκείνη να καταφέρει ποτέ να αποφοιτήσει. Το 1904, το ζευγάρι απέκτησε τον πρώτο από τους δύο γιους τους, τον Χανς Άλμπερτ. Το 1910 απέκτησαν τον δεύτερο γιο τους, τον Έντουαρντ

Το 1987 δόθηκε στη δημοσιότητα η αλληλογραφία του Άλμπερτ Αϊνστάιν με την Μιλέβα Μάριτς. Από αυτήν προκύπτει ότι το 1902, το ζευγάρι είχε αποκτήσει (εκτός γάμου) μία κόρη που αναφέρεται με το όνομα Lieserl και είχε γεννηθεί στο Novi Sad, όπου η Μιλέβα είχε πάει να μείνει με τους γονείς της. Πιθανόν ο Αϊνστάιν να μη γνώρισε ποτέ την κόρη του, γιατί η Μιλέβα γύρισε στη Ζυρίχη χωρίς αυτήν. Η τύχη του κοριτσιού παραμένει άγνωστη. Λέγεται ότι δόθηκε για υιοθεσία ή πέθανε από οστρακιά to 1903. 

Ακόμη και μετά την απόκτηση του πτυχίου του, ο Αϊνστάιν δεν μπορούσε να βρει εργασία σε κάποιο πανεπιστήμιο και η αρχική προσπάθεια του να αποκτήσει ένα διδακτορικό, που θα τον βοηθούσε στην αναζήτηση εργασίας, απέτυχε.
Αντ' αυτού, το 1903 κατάφερε να αποκτήσει μια θέση ως υπάλληλος στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας στη Βέρνη.  

Το 1905, μετά από δύο χρόνια ως υπάλληλος στο γραφείο ευρεσιτεχνίας, ο Αϊνστάιν δημοσίευσε τέσσερις επιστημονικές εργασίες στο επιστημονικό περιοδικό "Annalen der Physik" ("Χρονικά της Φυσικής") (τόμος 17) καθώς και τη διατριβή με την οποία απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.
  • Στο πρώτο από τα τέσσερα άρθρα έδωσε την εξήγηση του φωτοηλεκτρικού φαινομένου. Στηρίχθηκε στην υπόθεση της κβάντωσης η οποία είχε εισαχθεί μερικά χρόνια νωρίτερα από τον Planck για την ερμηνεία της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος.

Οι δύο εργασίες των Planck και Αϊνστάιν αποτέλεσαν την αρχή της κβαντικής μηχανικής.  Αργότερα ο Αϊνστάιν εναντιώθηκε στη θεωρία των κβάντα, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει ότι οι νόμοι της φυσικής μπορούν να εμπεριέχουν τυχαιότητα. 

  • Στο δεύτερο άρθρο του ασχολήθηκε με την κίνηση Brown
  • Στο τρίτο άρθρο διατύπωσε την θεωρία του για την κίνηση του φωτός. Υποστήριξε ότι η ταχύτητα της κίνησης είναι ανεξάρτητη από την κίνηση του πομπού και του δέκτη και σταθερή για δεδομένο μέσο διάδοσης (π.χ. κενό, νερό, γυαλί). 
  • Στο τέταρτο άρθρο παρουσίασε αρχικά μόνο ένα προσχέδιο που αποτελούσε μια τροποποίηση της θεωρίας του χώρου και του χρόνου.     

Τα δύο τελευταία άρθρα αποτέλεσαν τον πυρήνα της "Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας".  

Στη συνέχεια δημοσίευσε και την πέμπτη εργασία του, η οποία περιελάμβανε μια προσθήκη στην Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας που είχε αναπτύξει νωρίτερα.

Η εργασία εντόπιζε μια νέα σχέση μεταξύ της ενέργειας και της μάζας, η οποία τελικά γέννησε την πιο διάσημη εξίσωση στον κόσμο: E = mc2.


Το 1908 ο Αϊνστάιν έγινε δεκτός να διδάξει προσωρινά στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης. Ωστόσο, μετά από δύο διδακτικά εξάμηνα, ακύρωσε τις διαλέξεις του, γιατί η προσέλευση είχε εξασθενίσει τόσο, που μόνο ένας φοιτητής παρακολουθούσε πια την διδασκαλία του.

Την επόμενη χρονιά, το 1909, ο Αϊνστάιν απέκτησε την πρώτη μόνιμη ακαδημαϊκή θέση του, ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. 
Το 1914 επέστρεψε στη Γερμανία κι έγινε διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής Kaiser Wilhelm, ενώ παράλληλα ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου, με ελαττωμένο ωράριο διδασκαλίας. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1932. 

Το 1915, ενώ είχε ξεκινήσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, κατάφερε να αναπτύξει μία από τις μεγαλύτερες συνεισφορές στην επιστήμη του 20ου αιώνα, την "Γενική Θεωρία της Σχετικότητας", με την οποία συνέδεε το χώρο και τον χρόνο ως μία οντότητα, το χωροχρόνο. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η ελκτική δύναμη της βαρύτητας διαδίδεται στο χώρο με την ταχύτητα του φωτός και επηρεάζει οτιδήποτε υπάρχει στο χώρο, ακόμα και τις ακτινοβολίες. Το τελευταίο καθιστά δυνατή την ύπαρξη μελανών οπών, φαινόμενο που παρατηρήθηκε πολύ αργότερα. 
Το 1916 έγινε πρόεδρος της German Physical Society για δύο χρόνια.

Ήδη ο Αϊνστάιν είχε γίνει διάσημος, αλλά το γεγονός που τον καθιέρωσε σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν η πειραματική επιβεβαίωση της θεωρίας του από τον σερ Arthur Eddington το 1919.
Το 2016 επιβεβαιώθηκε επιτυχώς μέσω επιστημονικών πειραμάτων η ύπαρξη των βαρυτικών κυμάτων τα οποία προβλέπονται από τη θεωρία της σχετικότητας.

Το 1919 ο Άλμπερτ υπέβαλε αίτηση διαζυγίου από την Μιλέβα (που όμως αντιδρούσε) υποσχόμενος να της δώσει την αποζημίωση που θα έπαιρνε αν κέρδιζε το Νόμπελ Φυσικής (τόσο σίγουρος ήταν)! 
Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Elsa Löwenthal με την οποία διατηρούσε σχέση από το 1912.

Το 1921 ο Άλμπερτ Αϊνστάιν κέρδισε τελικά  το Νόμπελ Φυσικής "για τις υπηρεσίες του στη Θεωρητική Φυσική και ειδικότερα για την ανακάλυψη του νόμου του φωτοηλεκτρικού φαινομένου", που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίον οι φυσικοί κατανοούν τη συμπεριφορά του φωτός.
Όλα τα χρήματα του βραβείου πήγαν στην Μιλέβα και τους δύο γιους τους.

Το 1921 και το 1922, ο Αϊνστάιν ταξιδεύει και δίνει διαλέξεις σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Παλαιστίνης, της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ, της Γαλλίας, αλλά και αλλού. Όπου πήγε, έγινε δεκτός με επευφημίες από τα πλήθη.
Στην Ιαπωνία μάλιστα ο Αϊνστάιν έγινε δεκτός από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Ο Αϊνστάιν δεν ήταν πια ένας δημόσιος υπάλληλος στο τμήμα ευρεσιτεχνίας, αλλά ένας παγκοσμίου φήμης επιστήμονας που το όνομα του είχε γίνει συνώνυμο της ιδιοφυΐας.

Λίγο μετά την κατάκτηση του βραβείου Νόμπελ, ο Αϊνστάιν ξεκίνησε την έρευνά του για ένα ενοποιημένο επιστημονικό πεδίο, θέλοντας να πετύχει την σύνδεση των τεσσάρων τομέων της φυσικής, τον ηλεκτρισμό, τον μαγνητισμό, την κβαντική και την βαρύτητα.
Το 1929 δημοσίευσε την πρώτη του εργασία, αλλά σύντομα άλλοι επιστήμονες ανακάλυψαν κενά, τα οποία μέχρι το τέλος της ζωής του ο Αϊνστάιν προσπάθησε να λύσει.

Τον Απρίλιο του 1933, η ναζιστική κυβέρνηση της Γερμανίας ψήφισε νόμο που εμπόδιζε τους Εβραίους από το να καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα - συμπεριλαμβανομένων των ακαδημαϊκών πόστων. Για λίγους μήνες ο Αϊνστάιν έμεινε άνεργος. Τελικά, τον Οκτώβριο του 1933 μετανάστευσε με την γυναίκα του Elsa στις ΗΠΑ, όπου το Πανεπιστήμιο του Princeton του είχε προσφέρει θέση. Δύο χρόνια αργότερα, ο Αϊνστάιν έκανε αίτηση για την απόκτηση της αμερικάνικης υπηκοότητας, κάτι που τελικά το κατάφερε το 1940.

Όταν ο Αϊνστάιν μετακόμισε στο Νιου Τζέρσεϊ, έμαθε για την ύπαρξη ξεχωριστών σχολείων και θεάτρων για μαύρους και λευκούς, αντίστοιχα. Αυτό το απροκάλυπτο ρατσιστικό στοιχείο της αμερικάνικης κουλτούρας ήταν που ο Αϊνστάιν ονόμασε ως την «χειρότερη ασθένεια» της χώρας.
Για να καταπολεμήσει τον ρατσισμό στην Αμερική, ο Αϊνστάιν έκανε ανοιχτά παρέα με Αφροαμερικανούς, όπως ο ηθοποιός, Paul Robeson και το αστέρι της Όπερας, Marian Anderson, ενώ υποστήριξε δημοσία την Εθνική Ένωση για την Πρόοδο της Εγχρώμων (NAACP).

Στις 2 Αυγούστου του 1939, ένα μήνα πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Αϊνστάιν, εκτιμώντας ότι οι Ναζί είχαν προχωρήσει το σχέδιό τους για την κατασκευή ατομικής βόμβας, έγραψε δισέλιδη επιστολή προς τον πρόεδρο Ρούσβελτ προειδοποιώντας τον για τον κίνδυνο μιας πυρηνικής αλυσιδωτής αντίδρασης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατασκευή μιας "εξαιρετικά ισχυρής βόμβας νέου τύπου - της ατομικής βόμβας". Αργότερα που συναντήθηκε με τον ίδιο τον πρόεδρο, είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν με περισσότερες λεπτομέρειες την προοπτική κατασκευής μιας τέτοιας βόμβας.
Δύο χρόνια αργότερα και μετά από πολλές επιστολές του Αϊνστάιν, οι ΗΠΑ εκπόνησαν το "Σχέδιο Μανχάταν" ("Manhattan Project"), με στόχο την κατασκευή του πιο καταστροφικού όπλου όλων των εποχών.
Αν και η επιστολή του πυροδότησε το "Σχέδιο Μανχάταν", ο Αϊνστάιν θεώρησε τον πόλεμο ως μια άλλη μορφή "ασθένειας" και ήταν ενάντια στην χρήση πυρηνικών όπλων.
Ο Αϊνστάιν αρνήθηκε να εργαστεί για το "Σχέδιο Μανχάταν" και στους επιστήμονες που συμμετείχαν στην εκπόνησή του απαγορεύθηκε να έρχονται σ' επαφή μαζί του.
Αργότερα παραδέχθηκε ότι δεν θα είχε γράψει ποτέ τις επιστολές αυτές προς τον Ρούσβελτ, αν ήξερε ότι οι Γερμανοί είχαν αποτύχει στις προσπάθειές τους να κατασκευάσουν την ατομική βόμβα.
Καθ' όλη τη δεκαετία του '40 και μέχρι το θάνατό του, ο Αϊνστάιν μιλούσε ανοικτά ενάντια στο ρατσισμό και τη χρήση πυρηνικών όπλων.

Το 1952, πέθανε ο πρώτος πρόεδρος του Ισραήλ Chaeim Weizmann  και προσφέρθηκε στον Αϊνστάιν να καταλάβει την θέση του. Εκείνη την εποχή ο Αϊνστάιν ήταν ήδη 73 ετών και συνεργαζόταν με κορυφαίους φυσικούς της εποχής του. 
Ο Αϊνστάιν αρνήθηκε ευγενικά την πρόταση δηλώνοντας στην επιστολή του ότι του έλειπε η "φυσική ικανότητα και η εμπειρία που απαιτείται για να ασχοληθεί με τους ανθρώπους".

Στις 11 Απριλίου 1955 υπέγραψε με τον Μπέρτραντ Ράσελ τη γνωστή δήλωση, με την οποία καλούσε τις κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων να βρουν ειρηνικό τρόπο για την επίλυση των διαφορών τους.

Στις 17 Απριλίου 1955 ο Αϊνστάιν υπέστη ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής για δεύτερη φορά και μεταφέρθηκε στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Princeton, στο Νιου Τζέρσεϊ.
Αρνήθηκε την θεραπεία λέγοντας, "είναι άκομψο να παρατείνουν τη ζωή μου με τεχνητό τρόπο. Έχω κάνει το μερίδιό μου, τώρα είναι ώρα να φύγω. Και θα το κάνω κομψά". Το επόμενο πρωί, σε ηλικία 76 ετών, ο Αϊνστάιν πέθανε στον ύπνο του.

Σύμφωνα με τον Brian Burrell, ο Αϊνστάιν δεν ήθελε ο εγκέφαλός του να μελετηθεί, αλλά ούτε να λατρευτεί.
"Ο Αϊνστάιν άφησε πίσω του συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με τα λείψανά του: να αποτεφρωθούν και να σκορπιστούν οι στάχτες του σε μυστική τοποθεσία", έγραψε ο Burrell.
Ωστόσο, ο Thomas Harvey, ένας γιατρός που εφημέρευε εκείνη την ημέρα στο νοσοκομείο, πήρε μέρος του εγκεφάλου του Αϊνστάιν, χωρίς άδεια, προκειμένου να μελετήσει το μοναδικό εγκέφαλο του σπουδαίου επιστήμονα. Αυτό το τμήμα του εγκεφάλου του Αϊνστάιν βρίσκεται σήμερα στο Medical Center του Πανεπιστημίου Princeton.

Οι φιλειρηνικές θέσεις του έστρεψαν εναντίον του τη διαβόητη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Μακάρθι, ο οποίος τον χαρακτήρισε κομουνιστή και πράκτορα των Σοβιετικών. Το 1965 διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος που είχε ανοίξει γι’ αυτόν το FBI περιείχε 1280 σελίδες.

Στη διάρκεια της ζωής του τιμήθηκε από δεκάδες χώρες και επιστημονικές οργανώσεις.
Η μορφή του θεωρείται από τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες του 20ου αιώνα.

Πηγές: Today in Science History ,   iefimerida