Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα ... 1544 γεννήθηκε ο "πατέρας" του Ηλεκτρισμού και του Μαγνητισμού William Gilbert.



Σαν σήμερα, στις 24 Μαΐου 1544, γεννήθηκε στο Colchester του Essex στην Αγγλία ο William Gilbert (και Gilberd), που έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ο "πατέρας του Ηλεκτρισμού και Μαγνητισμού", μιας και ήταν πρωτοπόρος στη μελέτη των ηλεκτρικών και μαγνητικών φαινομένων. 
Πατέρας του ήταν ο Jerome Gilberd που ανήκε στην μεσαία τάξη. Δεν υπάρχουν έγκυρες πληροφορίες για την παιδική και νεανική του περίοδο. 
Το 1558 ξεκίνησε τη φοίτησή του στο Κολέγιο St. John του Cambridge παίρνοντας μπάτσελορ το 1561. Συνέχισε σπουδάζοντας Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge παίρνοντας μάστερ το 1564 και διδακτορικό το 1569. Αφού εργάστηκε για λίγο στο πανεπιστήμιο, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου άσκησε την ιατρική με επιτυχία, με αποτέλεσμα το 1573 να γίνει μέλος του Βασιλικού Κολεγίου των Ιατρών (Royal College of Physicians). Σε λίγα χρόνια είχε γίνει ένας από τους πλέον διάσημους και αξιοσέβαστους γιατρούς της Αγγλίας. Το 1600 έγινε πρόεδρος του Κολεγίου των Ιατρών. Τον επόμενο χρόνο και μέχρι το θάνατό της ήταν προσωπικός γιατρός της βασίλισσας Elizabeth I. Μετά τον θάνατο της Elizabeth ανέλαβε γιατρός του επόμενου βασιλιά James I.

Παρά το γεγονός ότι ήταν ένας επιτυχημένος γιατρός, ασχολήθηκε επιπλέον με τη φυσική, την αστρονομία και τη φιλοσοφία. Τα πειράματα που έκανε στον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό ήταν εντυπωσιακά για την εποχή του, αφού λίγα πράγματα ήταν γνωστά γι' αυτά τότε.

Το σπουδαιότερο  έργο του στη Φυσική δημοσιεύτηκε το 1600 γραμμένο στα λατινικά, με τίτλο "De Magnete, Magneticisque Corporibus et de Magno Magnete Tellure" ("Περί των μαγνητών, των μαγνητικών σωμάτων και του μεγάλου μαγνήτη της Γης").

Το εξώφυλλο του "De Magnete" σε έκδοση του 1628.

Εκείνη την εποχή οι Ευρωπαίοι πραγματοποιούσαν μακρινά ταξίδια διαμέσου των ωκεανών και η μαγνητική πυξίδα ήταν ένα από τα λίγα όργανα που μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα μπορούσε να τους σώσει από την απώλεια της πορείας τους. Όμως λίγα ήταν γνωστά για τους μαγνήτες ή τον μαγνητισμένο σίδηρο. Κυκλοφορούσαν πολλοί λαϊκοί μύθοι γύρω από τα μαγνητικά φαινόμενα. Π.χ. ότι το σκόρδο καταστρέφει το μαγνητικό αποτέλεσμα της βελόνας της πυξίδας ή ο μαγνητισμός εμποδίζεται από τα βουνά της Αρκτικής ή όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος νόμιζε ότι ο πολικός αστέρας έλκυε τη βελόνα της πυξίδας.

Ο Gilbert με υπομονή κι ερευνητική περιέργεια εξέτασε πειραματικά για 17 περίπου χρόνια αν ίσχυαν αυτές οι ιστορίες, μέχρι να καταλήξει στην κατανόηση της λειτουργίας της πυξίδας και των μαγνητικών φαινομένων.
Το πιο σημαντικό ίσως ήταν, ότι έκανε για πρώτη φορά σαφή διάκριση μεταξύ του μαγνητικού και του "κεχριμπαρένιου" αποτελέσματος (στατικός ηλεκτρισμός). 
Στο έργο του "De Magnete", αφού κάνει μια περιεκτική ανασκόπηση του τι ήταν γνωστό για τη φύση του μαγνητισμού μέχρι τότε, στη συνέχεια παρουσιάζει την καινούρια γνώση που προερχόταν μέσα από τα δικά του πειράματα. Ο ίδιος παρομοίωσε την πολικότητα του μαγνήτη με την πολικότητα της Γης κι έχτισε μια ολόκληρη μαγνητική φιλοσοφία πάνω σ' αυτή την αναλογία. 

Συνεργάσθηκε με όποιον πίστευε ότι μπορούσε να συνεισφέρει στην έρευνά του, από τους καπετάνιους των πλοίων μέχρι τους κατασκευαστές πυξίδων. Στη διάρκεια της δουλειάς του ανακάλυψε πώς να φτιάχνει μαγνήτες με τριβή, έμαθε να φτιάχνει ισχυρότερους μαγνήτες και ότι η έκθεση ενός μαγνήτη σε ψηλές θερμοκρασίες καταστρέφει τις μαγνητικές του ιδιότητες.
Όταν παρατήρησε ότι οι μαγνητικές δυνάμεις συχνά προκαλούν κυκλικές κινήσεις, συνέδεσε το φαινόμενο του μαγνητισμού με την κυκλική κίνηση της Γης.

Στην αφηρημένη (ανιμιστική) εξήγηση που μας προσέφερε ο Gilbert, ο μαγνητισμός ήταν η ψυχή της Γης και ένας τέλειος σφαιρικός μαγνήτης αν προσανατολιζόταν κατά τους πόλους της Γης, τότε θα στρεφόταν περί τον άξονά του, ακριβώς όπως η Γη στρέφεται περί τον άξονά της σε 24 ώρες. Ο Gilbert, ωστόσο, δεν εξέφραζε γνώμη για το αν αυτή η περιστρεφόμενη Γη ήταν στο κέντρο του σύμπαντος ή σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο.
Δεδομένου ότι η κοσμολογία του Κοπέρνικου χρειαζόταν μια νέα φυσική για να υποστηριχτεί, οι οπαδοί του Κοπέρνικου όπως ο Johannes Kepler και ο Γαλιλαίος ενδιαφέρθηκαν πολύ για τις μαγνητικές έρευνες του Gilbert. Οι προσπάθειες του Galileo για την κατασκευή ενός πραγματικά ισχυρού μαγνήτη, πιθανόν να χρονολογούνται από την ανάγνωση του βιβλίου του Gilbert.


Ο William Gilbert δείχνει ένα ηλεκτρικό πείραμα στη βασίλισσα Elizabeth I
και στην Αυλή της (19ος αιώνας, λάδι σε μουσαμά από τον Arthur Ackland Hunt.

Το "De Magnete" έγινε το πρότυπο έργο σε όλη την Ευρώπη για τα ηλεκτρικά και μαγνητικά φαινόμενα και κυριάρχησε ως πηγή γνώσης για τα επόμενα 200 χρόνια.
Σ' αυτό το έργο περιγράφει πολλά από τα πειράματα που έκανε στο μαγνητισμό και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Γη (την οποία αποκαλεί terrellaείναι ένας τεράστιος μαγνήτης και γι' αυτό η μαγνητική βελόνα στρέφεται προς το βόρειο πόλο (σε αντίθεση με άλλους της εποχής του που υποστήριζαν ότι στο βόρειο πόλο της γης υπάρχει ένα μαγνητικό νησί). Ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι κόβοντας ένα μαγνήτη στα δύο, κάθε κομμάτι θα αποτελεί έναν καινούριο μαγνήτη με βόρειο και νότιο πόλο.

Ο Gilbert ήταν που επινόησε τους όρους "ηλεκτρικός" (electricus), συνδέοντας τις ιδιότητες του ήλεκτρου (κεχριμπάρι) με τα σχετικά φαινόμενα, όπως επίσης  "ηλεκτρική έλξη", "ηλεκτρική δύναμη", "μαγνητικός πόλος". 
Παραπέρα, ο Gilbert πίστευε ότι οι πλανήτες διατηρούν τις τροχιές τους λόγω μαγνητικών δυνάμεων και η θέρμανση καταστρέφει τον ηλεκτρισμό.

Όταν το 1603 η βασίλισσα Elizabeth πέθανε, άφησε ένα χρηματικό ποσό στον Gilbert για να τον βοηθήσει να συνεχίσει την εργασία του στη φυσική.
Όμως, εκείνος δεν ευτύχησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη γενναιόδωρη προσφορά, αφού λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Δεκεμβρίου 1603 (η Wikipedia αναφέρει 30 Νοεμβρίου με το παλιό σύστημα χρονολόγησης), πέθανε στο Λονδίνο σε ηλικία μόλις 59 ετών, από την βουβωνική πανώλη που είχε ενσκήψει στην Ευρώπη. 

Αρκετά από τα αδημοσίευτα και ημιτελή έργα του Gilbert δημοσιεύθηκαν το 1651 από τον μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του με τον τίτλο "De Mundo Nostro Sublunari Philosophia Nova" ("Νέα Φιλοσοφία για τον Υποκείμενο Κόσμο μας"). Αυτό το έργο όμως πέρασε μάλλον απαρατήρητο.

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα ... 1908 γεννήθηκε ο John Bardeen, ο μοναδικός επιστήμονας με 2 Νόμπελ Φυσικής.



Σαν σήμερα, στις 23 Μαΐου 1908, γεννήθηκε στο Madison του Wisconsin ο Αμερικανός φυσικός John Bardeen
Παρά το γεγονός ότι δεν είναι ευρύτερα γνωστός, είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει πάρει 2 Νόμπελ στη Φυσική. 
"Ο John Bardeen είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος που έχω γνωρίσει" είπε γι' αυτόν ο Bob Brattain, αδελφός του στενού συνεργάτη του Bardeen, Walter Brattain.

 Ήταν ο δεύτερος γιος του Δρ Charles Russell Bardeen, καθηγητή της ανατομίας και κοσμήτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Γουισκόνσιν στο Μάντισον και της Althea Harmer-Bardeen, επιχειρηματία εσωτερικών διακοσμήσεων.
Ο Bardeen αρχικά παρακολούθησε το Πανεπιστημιακό Γυμνάσιο στο Μάντισον, αλλά τελείωσε το Κεντρικό Γυμνάσιο του Μάντισον το 1923, σε ηλικία μόλις 15 ετών.
Το ταλέντο του Bardeen για τα μαθηματικά αναγνωρίσθηκε από νωρίς και ο μαθηματικός στην Α΄ γυμνασίου τον ενεθάρρυνε για προχωρημένες σπουδές. Παρά το γεγονός ότι τελείωσε το γυμνάσιο σε μικρή ηλικία, θα το πετύχαινε ακόμα νωρίτερα, αν δεν μεσολαβούσε ο θάνατος της μητέρας του (1920) και η παρακολούθηση από μεριάς του περισσοτέρων μαθημάτων.

Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin στο Μάντισον για να σπουδάσει μηχανικός, επειδή αγαπούσε τα μαθηματικά και τη φυσική, αλλά δεν ήθελε ν' ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα σαν τον πατέρα του. Χρειάστηκε πέντε χρόνια για να πάρει μπάτσελορ το 1928 και το 1929 πήρε μάστερ ως ηλεκτρολόγος μηχανικός υπό την επίβλεψη του Leo J. Peters.   
Τελειώνοντας τις σπουδές του έπεσε στην οικονομική κρίση του '29. Αρχικά εργάστηκε για μικρό διάστημα στα Bell Labs (Εργαστήρια Μπελ), αλλά ένα πάγωμα των προσλήψεων στην εταιρεία τον ανάγκασε να βρει δουλειά στην πετρελαϊκή εταιρεία Gulf Oil ως γεωφυσικός. Εργάστηκε εκεί για τρία χρόνια, όμως δεν ήταν αυτό που ήθελε να κάνει. 

Πήγε στο Πανεπιστήμιο του Princeton για να πάρει διδακτορικό στη Μαθηματική Φυσική. Εκεί ο Bardeen για πρώτη φορά ασχολήθηκε με τη μελέτη των μετάλλων, ενώ είχε την ευκαιρία να συναντήσει επιστήμονες όπως ο Eugene Wigner και ο Frederick Seitz που χρησιμοποιούσαν τις νέες θεωρίες της Κβαντικής Μηχανικής για να καταλάβουν τη συμπεριφορά των ημιαγωγών
Το 1935, πριν ολοκληρώσει το διδακτορικό του στο Πρίνστον, δέχτηκε θέση βοηθού στο Πανεπιστήμιο Harvardόπου έμεινε μέχρι το 1938Εκεί συνεργάστηκε με τους μετέπειτα νομπελίστες φυσικούς John Hasbrouck van Vleck και Percy W. Bridgman για την επίλυση προβλημάτων σχετικά με τη συνοχή και την ηλεκτρική αγωγιμότητα σε μέταλλα.
Το 1936 πήρε από το Πρίνστον το διδακτορικό του υπό την επίβλεψη του Eugene Wigner.

Στη συνέχεια εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Minnesota μέχρι την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε μετακινήθηκε στα εργαστήρια της Ναυτικής Χαρτογραφικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (Naval Ordnance Labs). Εκεί, με τις έρευνές του βοήθησε στην προστασία των πλοίων από τις μαγνητικές νάρκες και τις τορπίλες.

Με το τέλος του πολέμου, ο William Shockley, που γνώριζε τον Bardeen από την Μασαχουσέτη, του πρότεινε να συνεργαστούν σε μια καινούρια ερευνητική ομάδα που έφτιαχνε στα Bell Labs. Μιας και η προσφορά ήταν συμφέρουσα, ο Bardeen δέχτηκε να μπει στην ομάδα και από τον Οκτώβριο 1945 ξεκίνησε να εργάζεται στα Bell Labs. Εκεί ξαναβρήκε τον Walter Brattain, που γνώριζε από παλιά. Με το πέρασμα των ετών Bardeen και Brattain έγιναν ένα εξαιρετικό δίδυμο, με τον Brattain να πειραματίζεται και τον Bardeen να προσπαθεί να εξηγήσει θεωρητικά τα πειραματικά αποτελέσματα.

Στις 23 Δεκεμβρίου 1947 το δίδυμο είχε την πρώτη μεγάλη επιτυχία τους, αφού κατάφεραν να φτιάξουν το πρώτο τρανσίστορ
Το επόμενο διάστημα ο Shockley αισθάνθηκε ριγμένος, μιας και δεν φαινόταν να έχει συμβάλλει στην κατασκευή του τρανσίστορ μέσα στα Bell Labs. Έτσι αποχώρησε και η ομάδα διαλύθηκε.

Το 1951 ο Bardeen δέχτηκε μια θέση στο Πανεπιστήμιο του Illinois στην Urbana-Champaign, αφού του έδιναν το περιθώριο να ασχοληθεί ερευνητικά με ό,τι του άρεσε. Εκείνη την εποχή ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την υπεραγωγιμότητα. 

Στις 1 Νοεμβρίου 1956 ο John Bardeen έμαθε ότι μοιράστηκε το Nobel Φυσικής με τους Walter Brattain και William Shockley για την ανακάλυψη του τρανσίστορ. 
Το 1957, μαζί με τον μεταδιδακτορικό φοιτητή Leon Cooper και τον πτυχιούχο Bob Schrieffer ανέπτυξαν για πρώτη φορά τη θεωρία για το πως μπορούν μέταλλα σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία να άγουν την ηλεκτρική ενέργεια αποτελεσματικά. Σήμερα αυτή η θεωρία είναι γνωστή ως "Θεωρία BCS" από τα αρχικά των ονομάτων των δημιουργών της.

Το 1972 οι τρεις άνδρες πήραν το Nobel Φυσικής για την ανακάλυψή τους.

Αυτό ήταν το 2ο Νόμπελ Φυσικής για το Bardeen, κάτι μοναδικό μέχρι σήμερα για τη Φυσική. Μόνον άλλοι τρεις επιστήμονες έχουν πάρει δύο φορές Νόμπελ, η M. Curie (1903 Φυσικής, 1911 Χημείας), ο L. Pauling (1954 Χημείας, 1962 Ειρήνης) και ο F. Sanger (1958 Χημείας, 1980 Χημείας).
Ο Bardeen προσέφερε μεγάλο μέρος από τα χρήματα του 2ου βραβείου Νόμπελ για τη στήριξη των ομιλιών Fritz London Memorial Lectures, στο Πανεπιστήμιο Duke

Ο Bardeen τιμήθηκε με το Μετάλλιο Stuart Ballantine του Ινστιτούτου Franklin (1952), το Εθνικό Μετάλλιο της Επιστήμης (1965), το Μετάλλιο της Τιμής από την IEEE (1971), το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον πρόεδρο Gerald Ford (1977), Χρυσό Μετάλλιο Lomonosov από τη Σοβιετική Ακαδημία Επιστημών (1988) και ήταν μέλος επιστημονικών ενώσεων όπως στην American Academy of Arts and Sciences (1959) και στη Royal Society (1973).

Παρέμεινε στο Πανεπιστήμιο του Illinois μέχρι το 1975, οπότε έγινε καθηγητής emeritus.
Μετά τη συνταξιοδότησή του συνέχισε την έρευνά του μέχρι τη δεκαετία το '80, ενώ έγραφε άρθρα στα περιοδικά Physical Review Letters και Physics Today μέχρι ένα χρόνο πριν το θάνατό του.
Σ' αυτό το διάστημα δεν σταμάτησε ν' ασχολείται με το αγαπημένο του παιχνίδι, το γκολφ και να καλεί τους γείτονές του να τους φτιάξει τα αγαπημένα του χάμπουργκερ.

Παρά το γεγονός ότι έμενε στη Champaign-Urbana, πέθανε σε ηλικία 83 ετών στο νοσοκομείο Brigham and Women's Hospital της Βοστώνης, στις 30 Ιανουαρίου 1991, από καρδιαγγειακή νόσο. Θάφτηκε στο Κοιμητήριο του Forest Hill στο Μάντισον του Ουισκόνσιν.

Την εποχή του θανάτου του Bardeen, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου του Illinois Morton Weir είπε σε μια ομιλία του: "Υπάρχει ένα σπάνιο πρόσωπο του οποίου η εργασία άλλαξε τη ζωή κάθε Αμερικανού. Αυτός είναι ο Τζον (Bardeen)".

Ένα βίντεο για τον John Bardeen από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις με τίτλο "Spark of Genius: The Story of John Bardeen at the University of Illinois".

Το 2002 κυκλοφόρησε η βιογραφία του John Bardeen με τίτλο "True Genius: The Life and Science of John Bardeen: The Only Winner of Two Nobel Prizes in Physics" από τις  Vicki Daitch και Lillian Hoddeson.  

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα ... 1921 γεννήθηκε ο Ρώσος πυρηνικός φυσικός και ειρηνιστής Andrei Sakharov.



Σαν σήμερα, στις 21 Μαΐου 1921, γεννήθηκε στη Μόσχα ο πυρηνικός φυσικός Andrei Dmitrievich Sakharov (ρωσ: Андре́й Дми́триевич Са́харов - Αντρέι Σάχαροφ), από τους επιστήμονες που δημιούργησσν την πρώτη σοβιετική βόμβα υδρογόνου, αλλά που ίσως έγινε περισσότερο γνωστός ως αντιφρονών και την ακτιβιστική του δράση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ειρήνη.  
Ο πατέρας του, Dmitri Ivanovich Sakharov, ήταν καθηγητής φυσικής κι ερασιτέχνης πιανίστας και η μητέρα του, Yekaterina Alekseyevna Sakharova, ήταν ελληνικής καταγωγής από τον προπάππο της στρατιωτικό διοικητή, Alexey Semenovich Sofiano
Μέχρι τα δεκατρία του εκπαιδεύτηκε στο σπίτι, γι' αυτό οι γονείς του και η γιαγιά του (από τον πατέρα του) Maria Petrovna διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον Andrei. Από τα βραδινά διαβάσματα της γιαγιάς του ήρθε σ' επαφή με το έργο των Pushkin, MarloweBeecher-Stowe και τη Μεγάλη Βδομάδα, με το Ευαγγέλιο. 

Το 1938 είχε την τελική του σχολική εξέταση με διάκριση κι αμέσως μετά ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Το 1942 τελείωσε τη σχολή του (που εξαιτίας του πολέμου είχε μεταφερθεί στο Ashgabat ) πάλι με διάκριση.

Το καλοκαίρι του 1942, μετά την αποφοίτησή του, στάλθηκε για εργασία στο Kovrov. Αργότερα εργάστηκε ως ξυλοκόπος σ' έναν έρημο αγροτικό οικισμό κοντά στη Melekess (σήμερα Dimitrovgrad).
Τον Σεπτέμβριο του 1942 στάλθηκε σ' ένα μεγάλο εργοστάσιο πυρομαχικών στο Βόλγα κι εκεί εργάστηκε ως μηχανικός και εφευρέτης, μέχρι το 1945. Στο εργοστάσιο έκανε αρκετές εφευρέσεις στον τομέα του ελέγχου της παραγωγής. Αλλά το 1944, ενώ ακόμα εργαζόταν στο εργοστάσιο, έγραψε ορισμένα επιστημονικά άρθρα για τη θεωρητική φυσική και τα έστειλε στη Μόσχα για εκτίμηση και σχολιασμό. Αυτά τα πρώτα έργα δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ, αλλά του έδωσαν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει στη δουλειά του ως ερευνητής. 

Το 1943, παντρεύτηκε την Κλαύδια Βιχέροβα, η οποία πέθανε το 1969 και απέκτησαν δύο κόρες κι έναν γιο. 

Το 1945, μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε να ετοιμάζει το διδακτορικό του στο Ινστιτούτο Lebedev, στο τμήμα Φυσικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, με την επίβλεψη του θεωρητικού φυσικού Igor Evgenyevich Tamm. Το 1947 ολοκλήρωσε τη διατριβή του στην πυρηνική φυσική και το 1948 συμπεριλήφθηκε σε μια ομάδα ερευνητών επιστημόνων με καθήκον την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Ηγέτης αυτής της ομάδας ήταν ο Igor Tamm. Για τα επόμενα 20 χρόνια δούλεψε κάτω από συνθήκες υψηλής ασφάλειας και με μεγάλη πίεση, πρώτα στη Μόσχα και στη συνέχεια σε ειδικό κέντρο μυστικής έρευνας με στόχο την προετοιμασία και πραγματοποίηση πυρηνικών πειραμάτων για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Εκείνη την εποχή, όλοι όσοι δούλευαν στο πρόγραμμα, ήταν πεπεισμένοι ότι αυτό το έργο ήταν ζωτικής σημασίας για την ισορροπία δυνάμεων στον κόσμο και είχαν γοητευτεί από το μεγαλείο του έργου.

Από το 1950, ο Tamm και ο Sakharov υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της σοβιετικής προσπάθειας για την ελεγχόμενη θερμοπυρηνική αντίδραση (η θερμοπυρηνική αντίδραση των ισοτόπων υδρογόνου είτε για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, είτε για την παραγωγή καυσίμων για πυρηνικούς αντιδραστήρες). 

Ένα χρόνο αργότερα, με πρωτοβουλία του Sakharov, ξεκίνησαν πειράματα για την κατασκευή μαγνητικών γεννητριών (συσκευές με τις οποίες οι χημικές ή πυρηνικές αντιδράσεις μετατρέπονται σε ενέργεια μαγνητικού πεδίου). Το 1964 πέτυχαν ρεκόρ με τη δημιουργία μαγνητικού πεδίου 25 εκατομμυρίων gauss. 
Το 1953 έγινε το νεαρότερο μέλος στην ιστορία της Σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών, ενώ έλαβε το Κρατικό Βραβείο Στάλιν.

Μετά το 1964, όταν άρχισε να ασχολείται με βιολογικά ζητήματα και ιδιαίτερα από το 1967 κι έπειτα, η έκταση των προβλημάτων που συναντούσε τον έκανε να νιώθει άβολα σε τέτοιο σημείο, ώστε το 1968 ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του. 
Το άρθρο έγινε πολύ γρήγορα γνωστό σε όλο τον κόσμο. Για πολύ καιρό ο σοβιετικός τύπος δεν έκανε καμία αναφορά σ' αυτό το άρθρο, ενώ οι μεταγενέστερες αναφορές ήταν είτε επικριτικές, είτε ειρωνικές. 
Από τον Ιούλιο του 1968, όταν το άρθρο του εκδόθηκε στο εξωτερικό, απομακρύνθηκε από το άκρως απόρρητο έργο του κι έχασε αρκετά από τα προνόμια που απολάμβανε ως μέλος της σοβιετικής νομενκλατούρας (προνομιακή τάξη στην κορυφή του συστήματος)

Το καλοκαίρι του 1969 επέστρεψε στο Ινστιτούτο Lebedev και ασχολήθηκε με την φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, τη θεωρία της βαρύτητας και την κοσμολογία.
Το 1970 συνάντησε την Elena Bonner (Έλενα Μπονέρ), την οποία παντρεύτηκε δυο χρόνια αργότερα.

Το 1975 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, για τη διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σοβιετική Ένωση. Το βραβείο παρέλαβε η σύζυγός του Elena Bonner, αφού για τον ίδιο ίσχυε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και αυτή ήταν που εκφώνησε την ομιλία για την αποδοχή του βραβείου

Αφού έλαβε το βραβείο Νόμπελ, ο Sakharov συνέχισε να εργάζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να κάνει δηλώσεις μέσω δυτικών ανταποκριτών στη Μόσχα. Στις αρχές του 1980, αφού είχε καταγγείλει τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, εξορίστηκε στην πόλη Γκόρκι (σήμερα Νίζνι Νόβγκοροντ)
Το επόμενο διάστημα ο Sakharov κατέφυγε σε απεργίες πείνας για να εξασφαλίσει ιατρική περίθαλψη στην σύντροφό του Bonner, η οποία τελικά το 1985 πήρε άδεια να εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση για να κάνει καρδιοχειρουργική επέμβαση.
Όταν ο Mikhail Gorbachev (Μιχαήλ Γκορμπατσόφ) ανέλαβε την εξουσία, το ζευγάρι Sakharov-Bonner απελευθερώθηκε και στις 19 Δεκεμβρίου 1986 τους επετράπη να επιστρέψουν στη Μόσχα. 

Τον Μάρτιο 1989 ο Sakharov εξελέγη μέλος του Κογκρέσου των Λαϊκών Αντιπροσώπων στη Σοβιετική Ένωση.

Το βράδυ της 14ης Δεκεμβρίου 1989, η σύζυγός του βρήκε νεκρό τον Andrei Sakharov στο πάτωμα του υπνοδωματίου τους. Η αυτοψία έδειξε ότι ο θάνατος, σε ηλικία 68 ετών, οφειλόταν σε αρρυθμία που προκλήθηκε από την μυοκαρδιοπάθεια που έπασχε.
Θάφτηκε στο νεκροταφείο Vostryakovskoye της Μόσχας.

Το 1988, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέσπισε το "Βραβείο Sakharov για την Ελευθερία της Σκέψης" που είναι το πλέον σημαντικό βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το 2006, η Αμερικανική Ένωση Φυσικής (APS) καθιέρωσε βραβείο που δίνεται κάθε δύο χρόνια προς τιμή του Andrei Sakharov "για την αναγνώριση διακεκριμένων πρωτοβουλιών επιστημόνων στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων".

Ένα βίντεο για τον Andrei Sakharov.

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα ... 2007 πέθανε ο Γάλλος νομπελίστας φυσικός Pierre-Gilles de Gennes.



Σαν σήμερα, στις 18 Μαΐου 2007, πέθανε σε ηλικία 75 ετών ο Γάλλος φυσικός Pierre-Gilles de Gennes στο Orsay, ένα προάστιο νοτιοδυτικά του Παρισιού. Ο de Gennes είναι περισσότερο γνωστός για την μελέτη φαινομένων που είχαν σχέση με υγρούς κρυστάλλους και πολυμερή.

Ο Pierre Gilles de Gennes γεννήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1932 στο Παρίσι. Ο πατέρας του, Robert Joachim Pierre de Gennes ήταν γιατρός και η μητέρα του Martha Marie Yvonne Morin-Pons ήταν νοσοκόμα, προερχόμενη από πλούσια οικογένεια τραπεζίτη. Οι γονείς του γνωρίστηκαν στο μέτωπο στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και παντρεύτηκαν το Δεκέμβριο του 1919. Όταν γεννήθηκε ο Pierre-Gilles, το ζευγάρι ήταν στα πρόθυρα του χωρισμού. Η γέννηση του γιου της δεν εμπόδισε την μητέρα του να τον αφήσει για ένα μοναχικό ταξίδι στην Ευρώπη μέχρι την Τουρκία, στην προσπάθειά της να καταπνίξει τον πόνο του χωρισμού. Όταν πλέον επέστρεψε στο Παρίσι μετά από τρία χρόνια, δεν θα άφηνε πλέον τον γιο της ποτέ μόνο του. Στην αρχή έμειναν στην περιοχή των Βερσαλλιών και αργότερα στο 16ο Διαμέρισμα του Παρισιού.
Όλη η παιδική ζωή του Pierre Gilles μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κινήθηκε ανάμεσα σε δύο αντίθετους κόσμους. Ο ένας ήταν αυτός της μητέρας του, αυστηρά προτεσταντικός, με υπερπροστασία. Ο άλλος ήταν ο κόσμος του πατέρα του και της νέας του συζύγου όταν τους έβλεπε τα σαββατοκύριακα που ήταν δοτικοί.     
Το 1940, μετά την κατάληψη του Παρισιού από τους ναζί, αυτός και η μητέρα του εγκατέλειψαν το Παρίσι για το Villard-de-Lans στην "ελεύθερη ζώνη" της Γαλλίας.

Μέχρι την ηλικία των 10 ετών ο Pierre Gilles δεν πήγε σε παραδοσιακό σχολείο, αφού η μητέρα του είχε αποφασίσει να τον εκπαιδεύσει η ίδια. Το 1942 η μητέρα του τον έγραψε σε δημόσιο σχολείο στην Barcelonnette, που τότε ήταν υπό ιταλική διοίκηση. Επέμεινε και πέτυχε να γίνει δεκτός σε τάξη με μαθητές τρία χρόνια μεγαλύτερα από το γιο της.
Τον Σεπτέμβριο του 1944, μετά την απελευθέρωση του Παρισιού, μαμά και γιος επέστρεψαν στο σπίτι τους εκεί. Το 1945 συνέχισε και πάλι σε σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Το 1951 ξεκίνησε την φοίτησή του στην σχολή των εκλεκτών, την Ecole Normale Superieure
Το 1954 παντρεύτηκε την Anne Marie Elisabeth Eugenie Rouet και απέκτησαν τρία παιδιά.
Αποφοιτώντας το 1955 από την Ecole, συνέχισε ως μηχανικός ερευνών στην Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας στο Saclay, ασχολούμενος κυρίως με τη σκέδαση των νετρονίων και τον μαγνητισμό, υπό την καθοδήγηση των A. Abragam και Jacques Friedel. Το 1957 πήρε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού.


Το 1959 πήγε στο Πανεπιστήμιο Berkeley στην Καλιφόρνια ως μεταδιδακτορικός ερευνητής και συνεργάστηκε μ' έναν άλλο γνωστό ερευνητή, τον Charles KittelΤους επόμενους 27 μήνες υπηρέτησε στο γαλλικό ναυτικό. 
Το 1961 έγινε επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris-Sud στο Orsay και σύντομα ξεκίνησε την ομάδα του Orsay για τους υπεραγωγούς. Το 1968 μεταπήδησε στην μελέτη των υγρών κρυστάλλων.
Το 1971, έγινε καθηγητής στο Collège de France και συμμετείχε στην STRASACOL (μια κοινή δράση των Πανεπιστημίων Στρασβούργου, Saclay και Collège de France) πάνω στη φυσική των πολυμερών. 
Το 1976 έγινε διευθυντής στο τμήμα Φυσικής και Βιομηχανικής Χημείας στην Ecole Superieure (ESPCI). Σ' αυτή τη θέση έμεινε 26 χρόνια μέχρι το 2002 που συνταξιοδοτήθηκε.
Από το 1980 και μετά άρχισε να ενδιαφέρεται για τη δυναμική της ύγρανσης(;) (dynamics of wetting) και την προσκόλληση(;) (adhesion).  

Ασφαλώς χωρίς αμφιβολία, το σπουδαιότερο έργο του σ' αυτή την τόσο πλούσια διαδρομή του, σε τόσα διαφορετικά ιδρύματα, είναι το έργο του για την μελέτη των φαινομένων τάξης σε διαφορετικά είδη ύλης, που του έδωσαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί μαθηματικές τεχνικές για να επεξεργαστεί γενικές θεωρίες για την ύλη.
Το 1991 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Φυσικής "για την ανακάλυψη ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την μελέτη φαινομένων τάξης σε απλά συστήματα, μπορούν να γενικευθούν για πιο σύνθετους τύπους ύλης, ειδικότερα στους υγρούς κρυστάλλους και τα πολυμερή".


Εκτός από το Νόμπελ, ο Gennes τιμήθηκε με πολλά βραβεία και μετάλλια, όπως
  • Βραβείο Harvey (1988),
  • Μετάλλιο Lorentz (1990),
  • Βραβείο Wolf (1990),
  • Βραβείο Holweck, 
  • Βραβείο Ampere, 
  • Μετάλλιο Matteuci (1987),  
  • Μετάλλιο A. Cemal Eringen (1998),
ενώ έγινε μέλος επιστημονικών ενώσεων όπως της Royal Society of London (1984).

Μετά το βραβείο Νόμπελ, ο de Gennes αποφάσισε να δώσει σειρά ομιλιών σε μαθητές γυμνασίων σχετικά με ζητήματα επιστήμης και καινοτομίας. Επισκέφτηκε περίπου 200 σχολεία στο διάστημα 1992-1994.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, εργαζόμενος στο Ινστιτούτο Curie στο Παρίσι, ασχολήθηκε με την έρευνα του καρκίνου και ιδιαίτερα  την κυτταρική προσκόλληση, αλλά και την λειτουργία του εγκεφάλου.

Το 2003 ήταν ένας από τους 22 βραβευθέντες με Νόμπελ που υπέγραψαν το Ανθρωπιστικό Μανιφέστο (Humanist Manifesto).

Τον Οκτώβριο 2011 δημοσιεύτηκε η βιογραφία του Pierre-Gilles de Gennes από τον δημοσιογράφο Laurence Plévert με τίτλο "A Life in Science". Μπορείτε να διαβάσετε ηλεκτρονικά την βιογραφία (372 σελ.)  ΕΔΩ

Πηγή: Today in Science History

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα ... 1954 άρχισε το σκάψιμο για την κατασκευή του CERN.


Κάτω από τα βλέμματα υπηρεσιακών παραγόντων της Γενεύης και μελών
του προσωπικού του CERN ξεκινά το σκάψιμο στην περιοχή του Meyrin.

Σαν σήμερα, στις 17 Μαΐου 1954, ξεκίνησε το σκάψιμο για το κτίσιμο του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικής Έρευνας (Centre Européenne de Recherche Nucléaire - CERNστην περιοχή Meyrin, βορειοδυτικά της Γενεύης, πολύ κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία.  

Ας δούμε όμως σε συντομία, τι προϋπήρξε αυτού του γεγονότος. 
Στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η ευρωπαϊκή επιστήμη δεν ήταν πλέον παγκόσμιας κλάσης. Ακολουθώντας το παράδειγμα των διεθνών οργανισμών, μια χούφτα φωτισμένων επιστημόνων φανταζόταν τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού εργαστηρίου ατομικής φυσικής. Ο Raoul Dautry, ο Pierre Auger και ο Lew Kowarski στη Γαλλία, ο Edoardo Amaldi στην Ιταλία και ο Niels Bohr στη Δανία ήταν μεταξύ αυτών των πρωτοπόρων. Ένα τέτοιο εργαστήριο, όχι μόνο θα ένωνε τους Ευρωπαίους επιστήμονες, αλλά ακόμη θα τους επέτρεπε να μοιραστούν το αυξανόμενο κόστος των απαραίτητων εγκαταστάσεων.

Ο Γάλλος φυσικός Louis de Broglie ήταν αυτός που έκανε την πρώτη επίσημη πρόταση για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Συνέδριο που ξεκίνησε στη Λωζάνη στις 9 Δεκεμβρίου 1949.
Μια παραπέρα ώθηση στο θέμα έδωσαν στην 5η Γενική Διάσκεψη της UNESCO που πραγματοποιήθηκε στη Φλωρεντία τον Ιούνιο του 1950, αφενός ο Αμερικανός φυσικός, βραβευμένος με Νόμπελ Φυσικής Isidor Rabi, καταθέτοντας ψήφισμα που εξουσιοδοτούσε την UNESCO να «συνδράμει και να ενθαρρύνει τη δημιουργία περιφερειακών ερευνητικών εργαστηρίων με στόχο την αύξηση της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας ...», αφετέρου ο Niels Bohr μέσα από το "Ανοιχτό Γράμμα προς τα Ηνωμένα Έθνη", όπου οραματιζόταν "έναν νέο κόσμο" μεταξύ χωρών που θα εγκατέλειπαν τον απομονωτισμό για την αληθινή πολιτιστική ανταλλαγή.

Σε μια διακυβερνητική συνάντηση της UNESCO στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1951, εγκρίθηκε το πρώτο ψήφισμα σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πυρηνικής Έρευνας. Δύο μήνες αργότερα, 11 χώρες υπέγραψαν συμφωνία για την ίδρυση του προσωρινού συμβουλίου. Τότε γεννήθηκε το ακρωνύμιο CERN στη γαλλική γλώσσα.

Στην τρίτη σύνοδο του προσωρινού συμβουλίου το 1952, η Γενεύη επελέγη ως χώρος για την εγκατάσταση του εργαστηρίου του CERN. 


Το 1952, στην τρίτη συνεδρίαση του προσωρινού συμβουλίου,
αποφασίζεται η εγκατάσταση του CERN στη Γενεύη.

Αυτή η επιλογή πέρασε με επιτυχία σε δημοψήφισμα που έγινε στο καντόνι της Γενεύης τον Ιούνιο του 1953, με 16.539 ψήφους υπέρ και 7332 ψήφους κατά.

Κατά την έκτη σύνοδο του Συμβουλίου του CERN που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι από τις 29 Ιουνίου ως την 1η Ιουλίου 1953, η σύμβαση για την ίδρυση του οργανισμού υπογράφηκε, με την επιφύλαξη επικύρωσης, από 12 κράτη. Η σύμβαση επικυρώθηκε σταδιακά από τα 12 ιδρυτικά κράτη μέλη: Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ελλάδα, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γιουγκοσλαβία. 
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1954, μετά την επικύρωση από τη Γαλλία και τη Γερμανία, δημιουργήθηκε επίσημα ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Πυρηνικής Έρευνας (European Organization for Nuclear Research). Το προσωρινό CERN διαλύθηκε, αλλά το ακρωνύμιο παρέμεινε.


Οι υπογραφές των 12 κρατών - μελών.
Στο πλαίσιο φαίνεται η υπογραφή του Έλληνα αντιπροσώπου Ν. Εμπειρίκου.

Σύμφωνα με τον Lew Kowarski, πρώην διευθυντή του CERN, όταν το όνομα άλλαξε, το ακρωνύμιο θα μπορούσε να γίνει OERN (Organisation Européenne de Recherche Nucléaire), αλλά ο Heisenberg είπε ότι το ακρωνύμιο θα μπορούσε "να παραμείνει CERN ακόμα και αν το όνομα δεν είναι (αυτό)".

Ο πρώτος πρόεδρος του CERN ήταν ο Sir Benjamin Lockspeiser. Ο Edoardo Amaldi ήταν ο γενικός γραμματέας του CERN στα πρώιμα βήματά του, όταν ακόμα οι εργασίες ήταν δοκιμαστικές. 
Το 1954 ο Felix Bloch τοποθετήθηκε πρώτος γενικός διευθυντής στο CERN.

Το εργαστήριο αρχικά ασχολήθηκε με την μελέτη των ατομικών πυρήνων, αλλά σύντομα η έρευνα στράφηκε στη φυσική των υψηλών ενεργειών, που αφορούσε κυρίως στη μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ υποατομικών σωματιδίων.
Έτσι, το εργαστήριο που λειτουργεί από το CERN αναφέρεται συνήθως ως το Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Σωματιδιακής Φυσικής (Laboratoire Européen pour la Physique des Particules), το οποίο περιγράφει καλύτερα την έρευνα που διεξάγεται εκεί.

Μια περισσότερο εκτεταμένη ιστορική παρουσίαση για τη δημιουργία του CERN, αλλά και τις αντιρρήσεις που είχαν διατυπωθεί γι' αυτή την ενέργεια  ΕΔΩ  (από τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του ULSTER, Owen Barr). Η εργασία στο τέλος περιέχει μεγάλο πλήθος πηγών απ' όπου έχουν αντληθεί τα στοιχεία.

Πηγή: Today in Science History

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα ... 1950 γεννήθηκε ο νομπελίστας Γερμανός φυσικός J. Georg Bednorz.


Ο J. Georg Bednorz σε φωτογραφία του Volker Steger
για την έκθεση "Sketches of Science".

Σαν σήμερα, στις 16 Μαΐου 1950, γεννήθηκε στο Neuenkirchen της Βόρειας Ρηνανίας - Βεστφαλίας στη Γερμανία (τότε Δυτική Γερμανία) ο φυσικός Johannes Georg Bednorz, που ανακάλυψε με τον K. Alex Müller κεραμικά υλικά που παρουσιάζουν υπεραγωγιμότητα σε (σχετικά) υψηλές θερμοκρασίες

Ήταν το τέταρτο παιδί του Anton και της Elisabeth Bednorz. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η μητέρα του καθηγήτρια πιάνου. Από την παιδική ηλικία οι γονείς του προσπάθησαν να στρέψουν το ενδιαφέρον του στην κλασσική μουσική, αλλά ο ίδιος, ως περισσότερο πρακτικό μυαλό, προτιμούσε να βοηθά τ' αδέρφια του να καθαρίζουν τις μηχανές και τ' αυτοκίνητά τους, παρά ν' ασκείται μόνος του στο πιάνο. 

Στο σχολείο, επηρεασμένος από τον καθηγητή των Καλών Τεχνών, καλλιέργησε μια πρακτική αίσθηση και βοηθήθηκε στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας και του ομαδικού πνεύματος μέσα από την οργάνωση θεατρικών και καλλιτεχνικών παραστάσεων. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών ανακάλυψε το ενδιαφέρον του για την κλασσική μουσική και άρχισε να παίζει βιολί και αργότερα  σάλπιγγα στην σχολική ορχήστρα. 
Στο γυμνάσιο έδειξε ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες, ιδιαίτερα τη χημεία, γιατί η φυσική διδασκόταν με πιο θεωρητικό τρόπο, ενώ στην χημεία, του προσφερόταν η δυνατότητα να διεξάγει πειράματα μόνος του, με απροσδόκητα αποτελέσματα μερικές φορές.

Το 1968 ξεκίνησε να σπουδάζει χημεία στο Πανεπιστήμιο του Münster, αλλά σύντομα έχασε το ενδιαφέρον του, λόγω της απρόσωπης ατμόσφαιρας που δημιουργούσε ο μεγάλος αριθμός φοιτητών. Αυτό τον οδήγησε στην απόφαση ν' αλλάξει προσανατολισμό σπουδών κινούμενος στον τομέα της κρυσταλλογραφίας και ιδιαίτερα της ορυκτολογίας, που βρίσκεται ανάμεσα στη χημεία και τη φυσική. 

Το 1972, οι καθηγητές του Wolfgang Hoffmann και Horst Böhm, του προσέφεραν τη δυνατότητα να συμμετάσχει στο Εργαστήριο Ερευνών της IBM στη Ζυρίχη, για τρεις μήνες ως θερινός φοιτητής. Η απόφασή του να αποδεχτεί την πρόσκληση, ουσιαστικά καθόρισε την μελλοντική του πορεία. 
Το τμήμα φυσικής όπου εντάχθηκε είχε επικεφαλής τον K. Alex Müller. Δούλεψε υπό την καθοδήγηση του Hans Jörg Scheel, μαθαίνοντας μεθόδους δημιουργίας κρυστάλλων, για χαρακτηρισμό υλικών και για χημεία στερεάς κατάστασης. Όμως, αυτό που ιδιαίτερα τον εντυπωσίασε ως νέο επιστήμονα, ήταν η ατμόσφαιρα δημιουργικότητας και ελευθερίας που καλλιεργείτο στο εργαστήριο της IBM, με αποτέλεσμα να ξεπερνιούνται οι φόβοι για λάθος ή οι δισταγμοί σε κάποια πρωτοβουλία του.  

Μετά τη δεύτερη επίσκεψή του το 1973, πήγε το 1974 πάλι στο Rüschlikon (έδρα της ΙΒΜ) για έξι μήνες προκειμένου να κάνει το πειραματικό μέρος της διπλωματικής του εργασίας σχετικά με την δημιουργία και τον χαρακτηρισμό του κρυστάλλου SrTiO3, πάλι υπό την καθοδήγηση του Scheel. Ο Alex Müller, που ο τομέας ενδιαφέροντος του ήταν οι περοβσκίτες και παρακολουθούσε την εργασία του, τον ενθάρρυνε να συνεχίσει την έρευνά του σε αυτή την κατηγορία υλικών. 

Το 1977, αφού πήρε μάστερ από το Πανεπιστήμιο του Münster, ξεκίνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (ETH) στη Ζυρίχη, υπό την επίβλεψη των καθηγητών Heini Gränicher και K. Alex Müller. Ήταν η περίοδος κατά την οποία άρχισε να αλληλεπιδρά στενότερα με τον Müller και να αντιλαμβάνεται καλύτερα τον τρόπο σκέψης του και την ικανότητά του να συνδυάζει ιδέες για το σχηματισμό μιας νέας αντίληψης. 

Ο J. Georg Bednorz με τον K. Alex Müller (δεξιά).

Αφού ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στην δημιουργία κρυστάλλων στερεών διαλυμάτων τύπου περοβσκίτη και την μελέτη των δομικών, διηλεκτρικών και σιδηροηλεκτρικών ιδιοτήτων τους, το 1982 προσελήφθη από την ΙΒΜ Ζυρίχης. 
Η στενή συνεργασία του με τον K. Alex Müller ξεκίνησε το 1983 όταν άρχισαν μια συστηματική μελέτη των ηλεκτρικών ιδιοτήτων των κεραμικών που σχηματίστηκαν από οξείδια μεταβατικών μετάλλων. Αναζητούσαν ένα υπεραγώγιμο οξείδιο με υψηλή κρίσιμη θερμοκρασία (Tc). 

Το 1986, οι δυο τους κατάφεραν να επιτύχουν υπεραγωγιμότητα στο υλικό LBCO  (οξείδιο λανθανίου, βαρίου, χαλκού) σε θερμοκρασία 35 K, που ήταν αρκετά υψηλή, αν αναλογιστούμε ότι είχαν χρειαστεί 75 χρόνια για μετάβαση από 11 Κ σε 23 Κ και εκεί υπήρχε στασιμότητα για 13 χρόνια. 
Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε σε νέες έρευνες που έφεραν νέα υλικά, όπως το BSCCO  (οξείδιο βισμουθίου, στροντίου, ασβεστίου, χαλκού-Tc=107 K) και το YBCO (οξείδιο υτρίου, βαρίου, χαλκού-Tc=92 K).

Τον Ιούνιο του 1986, οι Müller και Bednorz ανακοίνωσαν την ανακάλυψή τους με δημοσίευση της εργασίας τους στο περιοδικό Zeitschrift für Physik Β. Πριν από το τέλος του 1986, ο Shoji Tanaka στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο και στη συνέχεια ο Paul Chu στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, επιβεβαίωσαν το αποτέλεσμά τους, εργαζόμενοι ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο.

Έτσι, το 1987 ο Karl Müller και ο Georg Bednorz μοιράστηκαν το Νόμπελ Φυσικής "για την σημαντική ανακάλυψη της υπεραγωγιμότητας σε κεραμικά υλικά".
Ήταν το συντομότερο χρονικά Νόμπελ που δόθηκε μετά από μία ανακάλυψη.

Εκτός από το Νόμπελ, ο Bednorz τιμήθηκε με πολλά βραβεία και μετάλλια, όπως
  • Βραβείο Marcel Benoist (1986 - Ελβετία) (με τον Karl Müller),
  • IBM fellow (1987)
  • Βραβείο Dannie Heineman για Μαθηματική Φυσική (1987 - Ακαδημία Επιστημών του Göttingen) (με τον Karl Müller),
  • Βραβείο Μνήμης Fritz London (1987 - Πανεπιστήμιο Duke) (με τον Karl Müller),
  • Βραβείο Robert Wichard Pohl (1987 - Γερμανική Ένωση Φυσικής),
  • Βραβείο Viktor Mortiz Goldschmidt (1987 - Γερμανική Ένωση Μεταλλειολογίας),
  • Βραβείο Otto Klung (1987 - Ανεξάρτητο Πανεπιστήμιο Βερολίνου),
  • Βραβείο Hewlett-Packard Europhysics (1988 - Ευρωπαϊκή Ένωση Φυσικής), (με τον Karl Müller),
  • Βραβείο James C. McGroddy  για Έρευνα Νέων Υλικών (1988 - APS) (με τον Karl Müller),
  • Βραβείο Minnie Rosen (1988 - Πανεπιστήμιο Ross, Ν. Υόρκη),
  • Βραβείο Aldo-Villa (1991 - Ιταλική Ένωση Κεραμικών Υλών) (με τον Karl Müller),
ενώ έγινε μέλος πολλών επιστημονικών ενώσεων και επίτιμος διδάκτορας πανεπιστημίων (Salzburg, Regensburg, Ακαδημία Κεραμικών Υλικών, APS).


Ο J. Georg Bednorz δέχεται τιμητική πλακέτα από τον Lin Jianhua,
αντιπρόεδρο του Πανεπιστημίου του Πεκίνου, στις 17 Νοεμβρίου 2010. 
Ο Georg Bednorz είναι παντρεμένος με την συνάδελφό του φυσικό Mechthild Wennemer με την οποία είχαν γνωριστεί από το 1974 που ήταν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Münster. Σήμερα ο Bednorz εξακολουθεί να εργάζεται στην ΙΒΜ Ζυρίχης.