Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Σαν σήμερα ... 1927 γεννήθηκε ο Ελβετός νομπελίστας φυσικός Karl Müller.


Ο Karl Alexander Müller το 2004 με ιδιόχειρη αφιέρωση.

Σαν σήμερα, στις 20 Απριλίου 1927, γεννήθηκε ο Karl Alexander Müller στη Βασιλεία της Ελβετίας. Πατέρας του ήταν ο μουσικός Paul Müller και μητέρα του η Irma Feigenbaum. Η οικογένειά του είχε σχέση με τον ομώνυμο διακεκριμένο οίκο παρασκευής σοκολάτας. Τα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση του Karl η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, όπου ο πατέρας του σπούδαζε μουσική. Λίγο αργότερα, ο Karl και η μητέρα του μετακόμισαν στο σπίτι των παππούδων του, στο Dornach, κοντά στη Βασιλεία της Ελβετίας. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο Λουγκάνο, στην περιοχή της Ελβετίας που μιλούσαν ιταλικά. 
Όταν το 1938 ο Karl έχασε τη μητέρα του, ο πατέρας του τον έβαλε εσώκλειστο στο Ευαγγελικό Κολέγιο στην πόλη Schiers, κοντά στα αυστριακά σύνορα, για να τελειώσει το γυμνάσιο. Εκεί, έμεινε 7 χρόνια ως το 1945 και πήρε το δίπλωμα Matura. Στη διάρκεια της φοίτησής του έδειξε ενδιαφέρον στα ραδιόφωνα και τα ηλεκτρονικά. Ενώ σκεφτόταν να σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανικός, ο καθηγητής της χημείας Dr. Saurer τον έπεισε να στραφεί στη φυσική.

Στα 19 του ο Müller έκανε τη σύντομη στρατιωτική του θητεία στον Ελβετικό στρατό και στη συνέχεια γράφτηκε στο περίφημο Τμήμα Φυσικής και Μαθηματικών του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης (ETH). Εκεί, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από τα περισσότερα μαθήματα που παρακολουθούσε, τελικά παρέμεινε μέχρι το τέλος, όταν γνώρισε τον Wolfgang Pauli που τον επηρέασε βαθιά. Η διπλωματική του εργασία ήταν σχετική με το φαινόμενο Hall και έγινε δίπλα στον καθηγητή G. Busch. 

Αφού πήρε το δίπλωμά του, εργάστηκε για ένα χρόνο στο Τμήμα Βιομηχανικής Έρευνας του ETH, πάνω στο σύστημα προβολής Eidophor. Στη συνέχεια επέστρεψε ως βοηθός στην ομάδα του Busch για να κάνει το διδακτορικό του στον Ηλεκτρονικό Παραμαγνητικό Συντονισμό (Electron Paramagnetic Resonance - EPR). Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα τέλη του 1957.

Νωρίτερα, την άνοιξη του 1956, παντρεύτηκε την Ingeborg Marie Louise Winkler με την οποία απέκτησαν το 1957 τον γιο τους Eric (οδοντίατρος) και το 1960 την κόρη τους Sylvia (νηπιαγωγός).

Το 1958 εντάχθηκε στο Battelle Memorial Institute στη Γενεύη, όπου σύντομα έγινε επικεφαλής ομάδας για τον παραμαγνητικό συντονισμό.
Το 1963 μπήκε στο προσωπικό του Ερευνητικού Εργαστηρίου της ΙΒΜ Ζυρίχης, στο Rüschlikon. Εκεί παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1992. Παράλληλα, το 1970 αποδέχτηκε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.
Από το 1972 έως το 1985 ο Müller ήταν επικεφαλής του Τμήματος Φυσικής στο Ερευνητικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης (ZRL).

Για 15 περίπου χρόνια που ήταν στην ΙΒΜ, η έρευνά του επικεντρώθηκε στο υλικό SrTiO3 (τιτανικό στρόντιο) και στις ενώσεις του περοβσκίτη (CaTiO3). Μελέτησε τις φωτοχρωμικές ιδιότητές τους όταν επηρεάζονται από ιόντα μεταβατικών μετάλλων, τους χημικούς δεσμούς τους, τις σιδηροηλεκτρικές τους ιδιότητες και τα φαινόμενα αλλαγών της δομικής τους κατασκευής. Σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας έχουν δημοσιευθεί σε βιβλίο που γράφτηκε με τον Tom Kool από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Müller άρχισε να ψάχνει για ουσίες που θα μπορούσαν να γίνουν υπεραγώγιμες σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες. Η υψηλότερη κρίσιμη θερμοκρασία (Tc) που ήταν εφικτή την εποχή εκείνη ήταν περίπου 23 Κ (βαθμοί Κέλβιν).
Το 1983 ο Müller πήρε κοντά του στην IBM τον J. Georg Bednorz για να βοηθήσει στην συστηματική δοκιμή διαφόρων οξειδίων. Μερικές πρόσφατες μελέτες είχαν δείξει ότι αυτά τα υλικά μπορεί να είναι υπεραγώγιμα. Το 1986, οι δυο τους κατάφεραν να επιτύχουν υπεραγωγιμότητα στο υλικό  LBCO (οξείδιο λανθανίου, βαρίου, χαλκού) σε θερμοκρασία 35 K, που ήταν αρκετά υψηλή, αν αναλογιστούμε ότι είχαν χρειαστεί 75 χρόνια για μετάβαση από 11 Κ σε 23 Κ και εκεί υπήρχε στασιμότητα για 13 χρόνια. 
Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε σε νέες έρευνες που έφεραν νέα υλικά, όπως το BSCCO (οξείδιο βισμουθίου, στροντίου, ασβεστίου, χαλκού  -  Tc = 107 K) και το YBCO (οξείδιο υτρίου, βαρίου, χαλκού  -  Tc = 92 K).

Τον Ιούνιο του 1986, οι Müller και Bednorz ανακοίνωσαν την ανακάλυψή τους με δημοσίευση της εργασίας τους στο περιοδικό Zeitschrift für Physik Β. Πριν από το τέλος του 1986, ο Shoji Tanaka στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο και στη συνέχεια ο Paul Chu στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, επιβεβαίωσαν το αποτέλεσμά τους, εργαζόμενοι ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο.

Έτσι, το 1987 ο Karl Müller και ο Georg Bednorz μοιράστηκαν το Νόμπελ Φυσικής "για την σημαντική ανακάλυψη της υπεραγωγιμότητας σε κεραμικά υλικά".
Ήταν το συντομότερο χρονικά Νόμπελ που δόθηκε μετά από μία ανακάλυψη.

Πριν και μετά από το Νόμπελ, ο Müller τιμήθηκε με πολλά βραβεία και μετάλλια, όπως
ενώ έγινε μέλος πολλών επιστημονικών ενώσεων και επίτιμος διδάκτορας πανεπιστημίων.



















Σήμερα ο Müller εξακολουθεί να ασχολείται επιστημονικά με τον περοβσκίτη, τους μαγγανίτες και τα σιδηροηλεκτρικά υλικά, δίχως να παραμελεί τα αγαπημένα του σπορ, σκι και κολύμπι.

Μπορείτε να διαβάσετε στα αγγλικά μια ενδιαφέρουσα αφήγηση του Karl Alexander Müller στην Annette Bussmann-Holder στις 24-26 Αυγούστου 2015, στη Γενεύη, όπου στα πλαίσια καταγραφής της Προφορικής Ιστορίας (Oral-History) από το IEEE History Center, περιγράφει τη ζωή του και την εργασία του. 

Πηγή: Today in Science History

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου