Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1961 εκτοξεύεται στο διάστημα ο πρώτος ζωντανός οργανισμός που κατάφερε να επιστρέψει σώος.


Το τεύχος του περιοδικού LIFE αφιερωμένο στον πρώτο
χιμπατζή του διαστήματος (10 Φεβρουαρίου 1961).

Σαν σήμερα, στις 31 Ιανουαρίου 1961, η ΝΑΣΑ εκτόξευσε στο διάστημα τον πρώτο ζωντανό οργανισμό που κατάφερε να επιστρέψει σώος και αβλαβής πίσω. Ήταν ένας χιμπατζής, ο ΗΑΜ, ένας πρωτεύον οργανισμός με πολλές γενετικές ομοιότητες με τους ανθρώπους.  

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Περίπου 3 χρόνια νωρίτερα, στις 3 Νοεμβρίου 1957, οι Σοβιετικοί είχαν εκτοξεύσει στο διάστημα με το δορυφόρο Σπούτνικ 2 την πασίγνωστη πλέον σκυλίτσα Λάικα (ρωσ. Лайка - "αυτή που γαβγίζει"). Την είχαν μαζέψει από τους δρόμους της Μόσχας ώστε να είναι ανθεκτική σε πιθανές χαμηλές θερμοκρασίες, όμως τελικά πέθανε από θερμοπληξία λίγο μετά την εκτόξευση, επειδή παρουσιάστηκε μία βλάβη στο σύστημα θερμομόνωσης και εξαερισμού του σκάφους, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία στον χώρο που βρισκόταν η Λάικα να ξεπεράσει τους 40 0C.

Το 1958 η ΝΑΣΑ αποφάσισε να εκπαιδεύσει και να στείλει στο διάστημα ως πειραματόζωο έναν χιμπατζή, καθώς μπορεί να θεωρηθεί ο πιο κοντινός «συγγενής» του ανθρώπου. Στόχος ήταν όχι μόνο να πάει με ασφάλεια στο διάστημα, αλλά να επιστρέψει ζωντανός, ώστε να πετύχουν εκεί που είχαν αποτύχει οι Σοβιετικοί.

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος η ΝΑΣΑ  ξεκίνησε στη στρατιωτική βάση Holloman Air Force Base την εκπαίδευση 40 χιμπατζήδων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ΗΑΜ που τελικά επελέγη. Ο ΗΑΜ είχε γεννηθεί τον Ιούλιο του 1956 στο Καμερούν και στη συνέχεια βρέθηκε στο ζωολογικό κήπο Rare Bird Farm του Μαϊάμι απ' όπου τον πήρε η ΝΑΣΑ στις 9 Ιουλίου 1959. 
Και όταν μιλάμε για εκπαίδευση εννοούμε την κανονική εκπαίδευση που περνούσαν και οι υπόλοιποι αστροναύτες της NAΣA και τις ίδιες ιατρικές εξετάσεις. 
Οι χιμπατζήδες είχαν ενταχθεί σε πρόγραμμα προετοιμασίας που διήρκεσε περίπου τρία χρόνια. Είχαν μάθει να ανταποκρίνονται με απλές ασκήσεις σε ήχους και φώτα. Οι επιστήμονες έθεσαν τους χιμπατζήδες σε δοκιμασίες με μηχανήματα για να καταγράψουν τις αντοχές τους σε διάφορα επίπεδα βαρύτητας, θερμοκρασίας και ταχύτητας. Από τους 40 χιμπατζήδες επελέγησαν 18 και στη συνέχεια 6. Μέσα από το πρόγραμμα εκπαίδευσης με επιβραβεύσεις (μπανάνες) ή τιμωρία (ρεύμα χαμηλής τάσης στα πέλματα των ποδιών), ο HAM κατάφερε να αντιδρά σωστά στις συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει και έτσι βρέθηκε να είναι ο πρωταγωνιστής στο πρόγραμμα "Mercury" ("Ερμής") της ΝΑΣΑ. 
Στη διάρκεια της εκπαίδευσής του ήταν ο αριθμός "65" ή ο "Chop Chop Chang" για όσους τον χειρίζονταν. Το όνομα ΗΑΜ του δόθηκε μετά την επιτυχημένη επιστροφή από την αποστολή του και αποτελεί ακρωνύμιο του ιατρικού κέντρου Holloman Aerospace Medical center που βρισκόταν μέσα στη στρατιωτική βάση, στο Νέο Μεξικό. Η τελική φάση της εκπαίδευσής του έγινε υπό την άμεση επίβλεψη του νευροεπιστήμονα Joseph V. Brady. Ένα μέρος της εκπαίδευσής του έγινε και στο ιστορικό κτίριο Hangar S του Κανάβεραλ.
Υπήρχε και αντικαταστάτης του ΗΑΜ, μια θηλυκή χιμπατζής, η Μίνι. 

Εκείνο το πρωινό της 31 Ιανουαρίου 1961, αφού ο ΗΑΜ έφαγε γάλα με δημητριακά, μισό αυγό και τις βιταμίνες του, τοποθετήθηκε στη διαστημική κάψουλα - ίδια με αυτή που θα χρησιμοποιούσαν σύντομα με ανθρώπους, εξοπλισμένη με τα ίδια συστήματα υποστήριξης - και εκτοξεύθηκε από το ακρωτήριο Κανάβεραλ σε ύψος 253 χιλιομέτρων πάνω από τη Γη, αρκετά περισσότερο από τα 185 χιλιόμετρα που ήταν το αρχικό σχέδιο, επειδή ο πύραυλος εκτόξευσης απέκτησε μεγαλύτερη επιτάχυνση από την προβλεπόμενη.
Μέσα από μία κάμερα που είχε τοποθετηθεί στην κάψουλα, οι άνθρωποι της ΝΑΣΑ παρακολουθούσαν τις αντιδράσεις του HAM στο ταξίδι του στο διάστημα, που κράτησε περίπου έξι λεπτά, με ταχύτητα που άγγιξε τα 9.426 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τη διάρκεια της πτήσης δημιουργήθηκε μερική αποσυμπίεση στην κάψουλα, αλλά η στολή προστάτεψε τον ΗΑΜ.   
16 λεπτά και 39 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευσή του κατάφερε να επιστρέψει ζωντανός, περνώντας πλέον στην ιστορία. Δεν είχε υποστεί κανένα τραυματισμό ή άλλο πρόβλημα υγείας, πέρα από ένα μελάνιασμα της μύτης του.
Προσθαλασσώθηκε στα ανοιχτά του Κανάβεραλ  στον Ατλαντικό Ωκεανό και οι διασώστες τον επιβράβευσαν με ένα μήλο και μισό πορτοκάλι όταν έφτασαν στο πλοίο διάσωσης.

Ο ΗΑΜ αφού έφερε εις πέρας την αποστολή του, μεταφέρθηκε στο Εθνικό Ζωολογικό Πάρκο της Ουάσιγκτον όπου έζησε για 17 χρόνια. Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 26 χρονών στο ζωολογικό πάρκο της Βόρειας Καρολίνας στις 19 Ιανουαρίου του 1983. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μουσείο Ιστορίας του Διαστήματος στο Alamogordo του Νέου Μεξικού. 

Παρά το γεγονός ότι οι Αμερικανοί είχαν περάσει ένα βήμα μπροστά από τους Σοβιετικούς στην κατάκτηση του διαστήματος, οι Σοβιετικοί δεν το θεώρησαν επιτυχία, καθώς υποστήριξαν ότι η πτήση δεν μπήκε σε τροχιά. Όμως, όπως και να έχει επισπεύσανε τις διαδικασίες αποστολής ανθρώπου στο διάστημα καθώς καταλάβαιναν ότι το αντίπαλο στρατόπεδο ήταν πολύ κοντά σε αυτό το εγχείρημα. Έτσι, 72 ημέρες μετά τον ΗΑΜ, στις 12 Απριλίου 1961 ο Γιούρι Γκαγκάριν γινόταν ο πρώτος άνθρωπος σε επιτυχημένη αποστολή στο διάστημα. Ένα μήνα αργότερα,  στις 5 Μαΐου 1961 ακολούθησαν οι Αμερικανοί με τον Άλαν Σέπαρντ, να γίνεται ο πρώτος Αμερικανός στο διάστημα.

Ένα βίντεο με θέμα "Η ιστορία του HΑΜ: Ο πρώτος χιμπατζής στο διάστημα"  ΕΔΩ.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα...1991 πέθανε ο "άγνωστος" John Bardeen, ο μοναδικός άνθρωπος με 2 Νόμπελ Φυσικής.



Σαν σήμερα, στις 30 Ιανουαρίου 1991, πέθανε ο Αμερικανός φυσικός John Bardeen στη Βοστόνη της Μασαχουσέτης, ΗΠΑ, σε ηλικία 83 ετών από καρδιαγγειακή νόσο.

Παρά το γεγονός ότι δεν είναι ευρύτερα γνωστός, είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει πάρει 2 Νόμπελ στο ίδιο επιστημονικό πεδίο, τη Φυσική. 
"Ο John Bardeen είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος που έχω γνωρίσει" είπε γι' αυτόν ο Bob Brattain, αδελφός του στενού συνεργάτη του Bardeen, Walter Brattain.

Ο Τζον Μπαρντίν γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1908 στο Madison του Wisconsin. Ήταν ο δεύτερος γιος του Δρ Charles Russell Bardeen, καθηγητή της ανατομίας και κοσμήτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Γουισκόνσιν στο Μάντισον και της Althea Harmer-Bardeen, επιχειρηματία εσωτερικών διακοσμήσεων.
Ο Μπαρντίν αρχικά παρακολούθησε το Πανεπιστημιακό Γυμνάσιο στο Μάντισον, αλλά τελείωσε το Κεντρικό Γυμνάσιο του Μάντισον το 1923, σε ηλικία μόλις 15 ετών.
Το ταλέντο του Μπαρντίν για τα μαθηματικά αναγνωρίσθηκε από νωρίς και ο μαθηματικός στην Α΄ γυμνασίου τον ενεθάρρυνε για προχωρημένες σπουδές. Παρά το γεγονός ότι τελείωσε το γυμνάσιο σε μικρή ηλικία, θα το πετύχαινε ακόμα νωρίτερα, αν δεν μεσολαβούσε ο θάνατος της μητέρας του (1920) και η παρακολούθηση από μεριάς του περισσοτέρων μαθημάτων.

Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin στο Μάντισον για να σπουδάσει μηχανικός, επειδή αγαπούσε τα μαθηματικά και τη φυσική, αλλά δεν ήθελε ν' ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα σαν τον πατέρα του. Χρειάστηκε πέντε χρόνια για να πάρει μπάτσελορ το 1928 και το 1929 πήρε μάστερ ως ηλεκτρολόγος μηχανικός υπό την επίβλεψη του Leo J. Peters.   
Τελειώνοντας τις σπουδές του έπεσε στην οικονομική κρίση του '29. Αρχικά εργάστηκε για μικρό διάστημα στα Bell Labs (Εργαστήρια Μπελ), αλλά ένα πάγωμα των προσλήψεων στην εταιρεία τον ανάγκασε να βρει δουλειά στην πετρελαϊκή εταιρεία Gulf Oil ως γεωφυσικός. Εργάστηκε εκεί για τρία χρόνια, όμως δεν ήταν αυτό που ήθελε να κάνει. 

Πήγε στο Πανεπιστήμιο του Princeton για να πάρει διδακτορικό στη Μαθηματική Φυσική. Εκεί ο Μπαρντίν για πρώτη φορά ασχολήθηκε με τη μελέτη των μετάλλων, ενώ είχε την ευκαιρία να συναντήσει επιστήμονες όπως ο Eugene Wigner και ο Frederick Seitz που χρησιμοποιούσαν τις νέες θεωρίες της Κβαντικής Μηχανικής για να καταλάβουν τη συμπεριφορά των ημιαγωγών
Το 1935, πριν ολοκληρώσει το διδακτορικό του στο Πρίνστον, δέχτηκε θέση βοηθού στο Πανεπιστήμιο Harvard, όπου έμεινε μέχρι το 1938. Εκεί συνεργάστηκε με τους μετέπειτα νομπελίστες φυσικούς John Hasbrouck van Vleck και Percy W. Bridgman για την επίλυση προβλημάτων σχετικά με τη συνοχή και την ηλεκτρική αγωγιμότητα σε μέταλλα.
Το 1936 πήρε από το Πρίνστον το διδακτορικό του υπό την επίβλεψη του Eugene Wigner.

Στη συνέχεια εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Minnesota μέχρι την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε μετακινήθηκε στα εργαστήρια της Ναυτικής Χαρτογραφικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (Naval Ordnance Labs). Εκεί, με τις έρευνές του βοήθησε στην προστασία των πλοίων από τις μαγνητικές νάρκες και τις τορπίλες.

Με το τέλος του πολέμου, ο William Shockley, που γνώριζε τον Μπαρντίν από την Μασαχουσέτη, του πρότεινε να συνεργαστούν σε μια καινούρια ερευνητική ομάδα που έφτιαχνε στα Bell Labs. Μιας και η προσφορά ήταν συμφέρουσα, ο Μπαρντίν δέχτηκε να μπει στην ομάδα και από τον Οκτώβριο 1945 ξεκίνησε να εργάζεται στα Bell Labs. Εκεί ξαναβρήκε τον Walter Brattain, που γνώριζε από παλιά. Με το πέρασμα των ετών Μπαρντίν και Brattain έγιναν ένα εξαιρετικό δίδυμο, με τον Brattain να πειραματίζεται και τον Μπαρντίν να προσπαθεί να εξηγήσει θεωρητικά τα πειραματικά αποτελέσματα.

Στις 23 Δεκεμβρίου 1947 το δίδυμο είχε την πρώτη μεγάλη επιτυχία τους, αφού κατάφεραν να φτιάξουν το πρώτο τρανσίστορ
Το επόμενο διάστημα ο Shockley αισθάνθηκε ριγμένος, μιας και δεν φαινόταν να έχει συμβάλλει στην κατασκευή του τρανσίστορ μέσα στα Bell Labs. Έτσι αποχώρησε και η ομάδα διαλύθηκε.

Το 1951 ο Μπαρντίν δέχτηκε μια θέση στο Πανεπιστήμιο του Illinois στην Urbana-Champaign, αφού του έδιναν το περιθώριο να ασχοληθεί ερευνητικά με ό,τι του άρεσε. Εκείνη την εποχή ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την υπεραγωγιμότητα. 

Στις 1 Νοεμβρίου 1956 ο Τζον Μπαρντίν μαθαίνει ότι μοιράστηκε το Nobel Φυσικής με τους Walter Brattain και William Shockley για την ανακάλυψη του τρανσίστορ. 
Το 1957, μαζί με τον μεταδιδακτορικό φοιτητή Leon Cooper και τον πτυχιούχο Bob Schrieffer ανέπτυξαν για πρώτη φορά τη θεωρία για το πως μπορούν μέταλλα σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία να άγουν την ηλεκτρική ενέργεια αποτελεσματικά. Σήμερα αυτή η θεωρία είναι γνωστή ως "Θεωρία BCS" από τα αρχικά των ονομάτων των δημιουργών της.

Το 1972 οι τρεις άνδρες πήραν το Nobel Φυσικής για την ανακάλυψή τους.

Αυτό ήταν το 2ο Νόμπελ Φυσικής για το Μπαρντίν, κάτι μοναδικό μέχρι σήμερα για το ίδιο αντικείμενο, τη Φυσική. Μόνον άλλοι τρεις επιστήμονες έχουν πάρει δύο φορές Νόμπελ, η M. Curie (1903 Φυσικής, 1911 Χημείας), ο L. Pauling (1954 Χημείας, 1962 Ειρήνης) και ο F. Sanger (1958 Χημείας, 1980 Χημείας).
Ο Μπαρντίν προσέφερε μεγάλο μέρος από τα χρήματα του 2ου βραβείου Νόμπελ για τη στήριξη των ομιλιών Fritz London Memorial Lectures, στο Πανεπιστήμιο Duke

Ο Μπαρντίν τιμήθηκε με το Μετάλλιο Stuart Ballantine του Ινστιτούτου Franklin (1952), το Εθνικό Μετάλλιο της Επιστήμης (1965), το Μετάλλιο της Τιμής από την IEEE (1971), το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον πρόεδρο Gerald Ford (1977), Χρυσό Μετάλλιο Lomonosov από τη Σοβιετική Ακαδημία Επιστημών (1988) και ήταν μέλος επιστημονικών ενώσεων όπως στην American Academy of Arts and Sciences (1959) και στη Royal Society (1973).

Παρέμεινε στο Πανεπιστήμιο του Illinois μέχρι το 1975, οπότε έγινε καθηγητής emeritus.
Μετά τη συνταξιοδότησή του συνέχισε την έρευνά του μέχρι τη δεκαετία το '80, ενώ έγραφε άρθρα στα περιοδικά Physical Review Letters και Physics Today μέχρι ένα χρόνο πριν το θάνατό του.
Σ' αυτό το διάστημα δεν σταμάτησε ν' ασχολείται με το αγαπημένο του παιχνίδι, το γκολφ και να καλεί τους γείτονές του να τους φτιάξει τα αγαπημένα του χάμπουργκερ.

Παρά το γεγονός ότι έμενε στη Champaign-Urbana, πέθανε στο νοσοκομείο Brigham and Women's Hospital στη Βοστόνη, όπου είχε πάει για καρδιακές εξετάσεις. Θάφτηκε στο Κοιμητήριο του Forest Hill στο Μάντισον του Ουισκόνσιν.

Την εποχή του θανάτου του Μπαρντίν, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου του Illinois Morton Weir είπε σε μια ομιλία του: "Υπάρχει ένα σπάνιο πρόσωπο του οποίου η εργασία άλλαξε τη ζωή κάθε Αμερικανού. Αυτός είναι ο Τζον (Μπαρντίν)".

Ένα βίντεο για τον Τζον Μπαρντίν από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις  ΕΔΩ.

Η τριβή στα ρευστά (pps).



Φυσική Γ' Λυκείου Θετικού Προσανατολισμού

Στην ανάρτηση pps (άμεση προβολή της παρουσίασης) μπορείτε να βρείτε την ύλη της


§ 3.6 "Η τριβή στα ρευστά"


Όποια λέξη ή φράση φαίνεται υπογραμμισμένη σε μία διαφάνεια είναι συνδεδεμένη με υπερσύνδεση. Τοποθετείστε το δείκτη του ποντικιού εκεί (εμφανίζεται "χεράκι") και κάντε αριστερό κλικ επάνω. Η υπερσύνδεση εμφανίζεται αμέσως ή κατεβαίνει στο φάκελλο "Λήψεις" του υπολογιστή σας.

Μπορείτε να βρείτε και να κατεβάσετε την ανάρτηση από ΕΔΩ.

Αυτή η ανάρτηση είναι η τέταρτη και τελευταία παρουσίαση από την ύλη των ΡΕΥΣΤΩΝ.

Μπορείτε να βρείτε και να κατεβάσετε τις προηγούμενες τρεις αναρτήσεις:

"Εισαγωγή - Υγρά σε ισορροπία",  από  ΕΔΩ

"Ρευστά σε κίνηση - Εξίσωση συνέχειας",  από  ΕΔΩ

"Νόμος του Bernoulli",  από  ΕΔΩ.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1936 γεννήθηκε ο νομπελίστας πειραματικός φυσικός Samuel Ting.



Σαν σήμερα, στις 27 Ιανουαρίου 1936, γεννήθηκε στο Ann Arbor του Μίσιγκαν, ΗΠΑ ο Samuel Chao Chung Ting. Ήταν το πρώτο από τα τρία παιδιά του μηχανικού Kuan-hai Ting και της ψυχολόγου Tsun-ying Jeanne Wang από το Rizhao της επαρχίας Shandong της Κίνας. Την εποχή της γέννησής του Samuel, οι γονείς του βρέθηκαν στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν ως μεταπτυχιακοί φοιτητές. Η γέννηση του γιου τους ήταν πρόωρη και μη αναμενόμενη με αποτέλεσμα να γίνει στις ΗΠΑ και όχι στην Κίνα.

Δύο μήνες μετά τη γέννησή του η οικογένεια Ting επέστρεψε στο Rizhao. Λόγω της ιαπωνικής κατοχής η εκπαίδευσή του έγινε κυρίως από τους γονείς του στο σπίτι.
Από το 1948 ξεκίνησε την παρακολούθηση γυμνασίου και στη συνέχεια του επαρχιακού κολεγίου μηχανικών της Ταϊβάν, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του από την έναρξη του κινεζικού εμφυλίου πολέμου.
Το 1956 ξεκίνησε να σπουδάζει μηχανικός, μαθηματικά και φυσική στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Το 1959 πήρε μπάτσελορ στα μαθηματικά και τη φυσική και το 1962 πήρε το διδακτορικό του στη φυσική υπό την επίβλεψη των L.W. Jones και M.L. Perl. 
Το 1963, με υποτροφία του Ιδρύματος Ford ήρθε στην Ευρώπη κι εργάστηκε στο CERN, στη Γενεύη. Το 1964 επέστρεψε στις ΗΠΑ και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Columbia. Το 1966 έγινε επικεφαλής ομάδας στο εργαστήριο DESY (Deutsches Elektronen Synchrotron) στο Αμβούργο της Γερμανίας. Το 1969 επέστρεψε στις ΗΠΑ ως καθηγητής φυσικής στο MIT και από το 1977 κατέχει την έδρα Thomas Dudley Cabot του ίδιου πανεπιστημιακού ιδρύματος.

To 1976 o Ting μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής με τον Burton Richter από το Κέντρο Γραμμικού Επιταχυντή του Stanford (SLAC) για την ανακάλυψη του υποατομικού σωματιδίου "μεσόνιο J/ψ". Σύμφωνα με την απόφαση της επιτροπής απονομής του βραβείου "για την πρωτοποριακή τους εργασία στην ανακάλυψη ενός νέου τύπου βαρέος στοιχειώδους σωματιδίου". 
Η ανακάλυψη είχε γίνει το 1974, όταν ο Ting βρισκόταν επικεφαλής μιας ερευνητικής ομάδας του ΜΙΤ που έψαχνε νέες προοπτικές στη σωματιδιακή φυσική υψηλών ενεργειών.
Ο Ting έκανε την ομιλία αποδοχής του βραβείου Νόμπελ στη Μανδαρίνικη κινεζική διάλεκτο, για πρώτη φορά στην ιστορία του βραβείου, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της πειραματικής εργασίας.


Το 1995, μετά την κατάργηση του αμερικάνικου προγράμματος κατασκευής του επιταχυντή Superconducting Super Collider (SSC ή  Desertron), ο Ting βλέποντας ότι οι πιθανότητες εξέλιξης πειραμάτων στη φυσική υψηλών ενεργειών χάνονταν, πρότεινε την κατασκευή του Alpha Magnetic Spectrometer (AMS - Άλφα Μαγνητικό Φασματόμετρο), ενός διαστημικού ανιχνευτή κοσμικών ακτίνων.  
Η πρόταση έγινε αποδεκτή και ο Ting μπήκε επικεφαλής της ομάδας έρευνας και υλοποίησης αυτού του προγράμματος. Το 1998, με την αποστολή STS-91 του διαστημικού λεωφορείου στάλθηκε στο διάστημα για έλεγχο η πρώτη τέτοια συσκευή AMS-01.
Μετά από πολλές τεχνικές δυσκολίες και αναβολές, στις 16 Μαΐου 2011 με την διαστημική αποστολή STS-134 στάλθηκε για εγκατάσταση στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS) το δεύτερο μοντέλο της συσκευής AMS-02. Η εγκατάσταση στον ISS έγινε στις 19 Μαΐου 2011.
Το νέο όργανο, κόστους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων και βάρους 7,5 τόνων, έχει ως στόχο να «δει» την ύλη του σύμπαντος που δεν μπορεί να δει κανένα άλλο τηλεσκόπιο μέχρι σήμερα.

Ο Samuel Ting μέχρι τώρα είναι αποδέκτης πολλών τιμητικών διακρίσεων, όπως μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1975), της Academia Sinica (1975) της Ταϊβάν, της National Academy of Sciences (1977) των ΗΠΑ, της Soviet Academy of Sciences (1989), της Hungarian Academy of Sciences (1993), της Chinese Academy of Sciences (1994), της Russian Academy of Sciences (1995) και βραβείων όπως Ernest Orlando Lawrence (1975) από την Αμερικάνική κυβέρνηση, το μετάλλιο Eringen (1977) από τη Σοβιετική Ένωση, το βραβείο  DeGasperi (1988) από την Ιταλική κυβέρνηση, το βραβείο NASA Public Service Award (2001) και πολλά ακόμη.

Σήμερα ο Samuel Ting ζει στη Μασαχουσέτη και εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος σε προγράμματα Φυσικής Υψηλών Ενεργειών στο ΜΙΤ.

Πηγή: Today in Science History

Σαν σήμερα ...1970 πέθανε η Αυστριακή φυσικός Marietta Blau.



Σαν σήμερα, στις 27 Ιανουαρίου 1970, πέθανε στη Βιέννη της Αυστρίας, σε ηλικία 76 ετών, η Marietta Blau, πρωτοπόρος στην έρευνα της πυρηνικής φυσικής. 

Η Marietta Blau γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1894 στη Βιέννη προερχόμενη από μεσοαστική εβραϊκή οικογένεια. Είχε μεγαλώσει σε μια περιοχή της Βιέννης όπου ζούσαν πολλοί Εβραίοι, όπως οι οικογένειες του Sigmund Freud και της Lise Meitner. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος.

Αφού ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο Θηλέων που διατηρούσε στη Βιέννη η Ένωση για την Διαρκή Εκπαίδευση των Γυναικών (Association for the Extended Education of Women), σπούδασε Φυσική και Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης από το 1914 μέχρι το 1918, σε μια εποχή που οι περισσότεροι άνδρες είχαν κληθεί για υπηρεσία στο στρατό (Α' παγκόσμιος πόλεμος). Τον Μάρτιο του 1919 πήρε το διδακτορικό της κι εκείνη την εποχή η ζωή στην Αυστρία είχε γίνει δύσκολη λόγω της εξαθλίωσης από τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας και, ιδιαίτερα για τους Εβραίους, λόγω του αυξανόμενου αντισημιτισμού. 
Τα επόμενα δύο χρόνια η Blau εργάστηκε στη Γερμανία ασχολούμενη με προβλήματα που συνδέονταν με τις ακτίνες Χ, πρώτα σε μια βιομηχανική εταιρεία και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης
Το 1923 επέστρεψε στη Βιέννη για να φροντίσει τη μητέρα της και άρχισε να εργάζεται στο Radiuminstitut χωρίς μισθό. Το Radiuminstitut ήταν ένα ερευνητικό ινστιτούτο στη Βιέννη που είχε ιδρυθεί το 1910 από τον πλούσιο δικηγόρο Karl Kupelwieser και είχε ως αντικείμενο την έρευνα των ραδιενεργών στοιχείων, μετά τις ανακαλύψεις της Marie Curie. Εκείνη την εποχή δεν ήταν ασυνήθιστο για Φυσικούς να εργάζονται σε εθελοντική βάση, μιας και η Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας δεν είχε αρκετά κεφάλαια για τους μισθούς τους. Αυτό μπορεί να ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των ατόμων που εργάζονταν στο Radiuminstitut ήταν γυναίκες. Πολλές από αυτές τις γυναίκες υποστηρίζονταν οικονομικά από τις οικογένειές τους, όπως ακριβώς και η  Marietta Blau. 

Εκείνη την εποχή τα σωματίδια που εκπέμπονταν σε πυρηνικές αντιδράσεις μπορούσαν να ανιχνευθούν μόνο με τη μέθοδο του σπινθηρισμού (scintillation method). Αυτή η μέθοδος στηριζόταν στο γεγονός ότι οι ραδιενεργές ακτίνες προκαλούσαν αναβοσβησίματα σε ειδικές οθόνες που μπορούσαν να παρατηρηθούν και μετρηθούν. Μόνο που οι μετρήσεις δεν ήταν αξιόπιστες. 
Τότε, στο Radiuminstitut εργαζόταν ο Σουηδός θαλάσσιος επιστήμονας Hans Pettersson, που ζήτησε από την Blau να διερευνήσει κατά πόσον οι επιπτώσεις των ραδιενεργών ακτίνων σε φωτογραφικό γαλάκτωμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανίχνευση αυτών των ακτίνων. Το 1925 η Blau δημοσίευσε την πρώτη της εργασία που απαντούσε στην ερώτηση του Pettersson. Τα επόμενα χρόνια δημοσίευσε πολλές εργασίες σχετικά με το φωτογραφικό αποτέλεσμα και την ποσοτικοποίηση των παρατηρήσεων για τα πρωτόνια και τα α-σωματίδιαΟ κύριος στόχος ήταν να γίνει διαχωρισμός των α-σωματιδίων και των πρωτονίων. Μετά την ανακάλυψη του νετρονίου από τον Chadwick το 1932, η Blau, συνεργαζόμενη με την πρώτη μεταπτυχιακή φοιτήτριά της και μετέπειτα στενή συνεργάτη της Hertha Wambacher, ανέπτυξε μια μέθοδο για την ανίχνευση και τον προσδιορισμό της ενέργειας αυτών των σωματιδίων. Αυτό επιτεύχθηκε με την προσαρμογή των φωτογραφικών γαλακτωμάτων στις απαιτήσεις της πυρηνικής έρευνας. Αυτή η "φωτογραφική μέθοδος" χρησιμοποιήθηκε από την Blau και για την ανίχνευση κοσμικών ακτίνων, μια πολύ σημαντική ανακάλυψη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature. Η μέθοδος αυτή αργότερα ονομάστηκε "αποσύνθεση αστεριών" (disintegration stars) και αντιμετωπίστηκε με μεγάλο ενδιαφέρον από τους θεωρητικούς φυσικούς.
Γι' αυτή τη μέθοδο ("φωτογραφική"), το 1937, οι δύο γυναίκες έλαβαν το πιο διάσημο επιστημονικό βραβείο στην Αυστρία, το Βραβείο Lieben

Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία (Anschluss), όλοι οι Εβραίοι επιστήμονες εκδιώχθηκαν από το Radiuminstitut και τη θέση της Blau κατέλαβε η Wambacher, που από νεαρή ηλικία είχε υποστηρίξει δεξιές πολιτικές οργανώσεις. 

Το καλοκαίρι του 1938 η Blau έλαβε πρόσκληση να διδάξει στο Escuela Superior de Ingeniería Mecánica y Eléctrica (ESIME) στο Μεξικό, ένα τμήμα του νεοσύστατου Instituto Nacional Politécn ICO (IPN), κατόπιν σύστασης του Αϊνστάιν, που ήδη είχε διαφύγει στις ΗΠΑ. Εκείνη δέχτηκε την πρόσκληση να πάει στο Μεξικό με τη μητέρα της, καθώς ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τους πρόσφυγες να αποκτήσουν θεώρηση για οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο. Καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα που εργαζόταν στο ESIME, είχε πολλά προβλήματα και καμία ευκαιρία για επιστημονική εργασία. Μη μπορώντας να εργαστεί στον δικό της τομέα έρευνας, άρχισε να μελετά τα προβλήματα που συνδέονται με τη γεωγραφική θέση του Μεξικού, όπως η επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας σε έναν πληθυσμό που ζει σε μεγάλο υψόμετρο σε μια τροπική ζώνη. Μελέτησε επίσης τη ραδιενέργεια σε μέταλλα και πηγές, σε διάφορα μέρη της χώρας. Ενώ ήταν στο Μεξικό, μακριά από τα κέντρα πυρηνικής έρευνας, η "φωτογραφική μέθοδος" που πρώτη ανέπτυξε, χρησιμοποιήθηκε για νέες ανακαλύψεις στην πυρηνική φυσική.  

Το 1944, μετά το θάνατο της μητέρας της, η Blau μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη στις ΗΠΑ, όπου ζούσε ο αδελφός της. Άρχισε να εργάζεται στο τμήμα έρευνας μιας βιομηχανικής εταιρείας, όπου ανέπτυξε πολλές συσκευές οι οποίες χρησιμοποιούσαν ραδιενεργά ισότοπα και κατέθεσε διπλώματα ευρεσιτεχνίας για ορισμένα από αυτά. Όμως δεν ήταν πολύ ευχαριστημένη με αυτό το είδος της εργασίας και άρχισε να ψάχνει για μια άλλη θέση, ειδικά όταν η εταιρεία μεταφέρθηκε στη Janesville, μια μικρή πόλη στο Ουισκόνσιν, όπου ένιωθε εντελώς απομονωμένη. 
Το 1948 αποδέχτηκε πρόταση του Πανεπιστημίου Columbia να εργαστεί ως επιστημονικό μέλος του προσωπικού του. Ως ειδική στην ανίχνευση σωματιδίων με φωτογραφικά γαλακτώματα, η δουλειά της εκεί είχε να κάνει με την ανάπτυξη ενός προγράμματος έρευνας με τη χρήση αυτής της μεθόδου για τη διερεύνηση των σωματιδίων που παράγονται από τους αντιδραστήρες σχάσης
Δύο χρόνια μετά πήρε θέση στο Brookhaven National Laboratory, όπου τέτοια σωματίδια παράγονταν με μηχανές ακόμη υψηλότερης ενέργειας.

Το 1950, για την ανακάλυψη της μεθόδου "disintegration stars", κατόπιν εισήγησης του Erwin Schrödinger, η Blau και η Wambacher προτάθηκαν για το Νόμπελ Φυσικής, που όμως πήρε ο Cecil Powell για την ανακάλυψη του πιονίου με τη βοήθεια της φωτογραφικής μεθόδου. Στην αυτοβιογραφία του ο Powell έγραψε ότι έμαθε για τη φωτογραφική μέθοδο από τον Walter Heitler, ο οποίος γνώριζε προσωπικά την Blau.

Το 1956 άφησε το Brookhaven και βρήκε θέση στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι, όπου συνέχισε την έρευνα της στη σωματιδιακή φυσική, εκπαιδεύοντας παράλληλα μερικούς νέους φυσικούς που εργάζονταν εκεί. 

Το 1960 η Blau αποφάσισε να επιστρέψει στη Βιέννη, εν μέρει επειδή ένιωσε νοσταλγία και εν μέρει για λόγους υγείας. Εκεί, επανήλθε στο Radiuminstitut και πάλι χωρίς μισθό, ασχολούμενη με την καθοδήγηση μεταπτυχιακών φοιτητών που οι εργασίες τους ήταν στη φυσική υψηλών ενεργειών. Όμως παρέμεινε στο περιθώριο, επειδή ήταν πολύ απογοητευμένη βλέποντας πρόσωπα, όπως ο Georg Stetter, που είχαν συνεργαστεί με τους ναζί, να έχουν ενεργό ρόλο στο πανεπιστήμιο.  
Το 1962 τιμήθηκε με το Βραβείο Schrödinger από την Ακαδημία των Επιστημών της Αυστρίας, αλλά την ίδια εποχή δεν δέχτηκαν να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της.

Η Marietta Blau υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές γυναίκες στο χώρο της Φυσικής στην εποχή που έζησε και που βέβαια οι  επιτυχημένες γυναίκες επιστήμονες ήσαν ολιγάριθμες, για πολλούς και διάφορους λόγους.

Κλείνοντας, νομίζω ότι η απάντηση που έδωσε η Blau στην ερώτηση ενός από τους καθηγητές της, εάν υπήρχε δυνατότητα να γίνει μια Υφηγητής, ήταν πολύ χαρακτηριστική για τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει σε όλη της τη ζωή: "Το να είσαι εβραία και γυναίκα είναι πάρα πολύ, υπάρχει μικρή πιθανότητα".

Πηγή: Today in Science History

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1966 πέθανε ο Homi Bhabha, θεμελιωτής του πυρηνικού προγράμματος της Ινδίας.



Σαν σήμερα, στις 24 Ιανουαρίου 1966, ο Homi Jehangir Bhabha, πρόεδρος της Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας της Ινδίας, βρήκε τραγικό θάνατο όταν το αεροπλάνο της Air India που επέβαινε πηγαίνοντας στη Γενεύη, συνετρίβη στο Mont Blanc της Γαλλίας.

Ο Homi Bhabha γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1909 στη Βομβάη (τώρα Mumbai) της Ινδίας προερχόμενος από μια πλούσια οικογένεια Parsiμε βαθιά παράδοση μόρφωσης και υπηρεσιών στην Ινδία. Πατέρας του ήταν ο διάσημος δικηγόρος Jehangir Hormusji Bhabha
Στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσής του στη Βομβάη παρακολούθησε το σχολείο Cathedral and John Connon School, ένα από τα καλύτερα, ακόμη και σήμερα, σχολεία της Ασίας. Σε ηλικία 15 ετών συνέχισε τις σπουδές του στο Elphinstone College του Πανεπιστημίου της Βομβάης. Συνεχίζοντας τις σπουδές του στη Βομβάη παρακολούθησε το Royal Institute of Science μέχρι το 1927, οπότε και πήγε στην Αγγλία. Εκεί γράφτηκε στο Caius College του Κέιμπριτζ για να σπουδάσει μηχανολόγος σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του και του θείου του Dorab Tata, που τον προόριζαν για τις επιχειρήσεις Tata (και σήμερα από τις πιο πλούσιες οικογένειες της Ινδίας). 
Σύντομα ο Bhabha ανακάλυψε ότι το πραγματικό επιστημονικό του ενδιαφέρον ήταν για τα μαθηματικά και τη φυσική. Ο πατέρας του αντιλαμβανόμενος την προτίμηση του γιου του συμφώνησε μαζί του να πάρει πρώτα το πτυχίο του μηχανολόγου και μετά να συνεχίσει με ό,τι ήθελε. Έτσι κι έγινε. Το 1930 πήρε το πτυχίο μηχανολόγου και συνέχισε τις σπουδές του στα μαθηματικά με την επίβλεψη του Paul Dirac. Παράλληλα την ίδια εποχή εργαζόταν στο Εργαστήριο Cavendish του Κέιμπριτζ προετοιμάζοντας το διδακτορικό του στη θεωρητική φυσική. 
Το 1933 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του εργασία με τίτλο "Η απορρόφηση της κοσμικής ακτινοβολίας". Με αυτή την εργασία το 1934 κέρδισε την υποτροφία Isaac Newton για τα επόμενα τρία χρόνια.
Παράλληλα με την ερευνητική του εργασία στο Κέιμπριτζ, δούλεψε με τον Niels Bohr στην Κοπεγχάγη. Το 1936 δημοσίευσαν από κοινού την εργασία "Η είσοδος των ταχέων ηλεκτρονίων και η θεωρία των κοσμικών καταιγίδων", όπου περιέγραφαν τον τρόπο με τον οποίο οι κοσμικές ακτίνες αλληλεπιδρούν με την ανώτερη ατμόσφαιρα της γης.
Το 1937 πήρε μια ακόμη υποτροφία για να συνεχίσει την έρευνα στο Κέιμπριτζ. 
Το 1939 επέστρεψε για διακοπές στην Ινδία, όμως το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη τον υποχρέωσε να μείνει στην πατρίδα του. 

Δέχτηκε μια θέση στο τμήμα Φυσικής του Ινστιτούτου Επιστημών της Ινδίας που εκείνη την εποχή διευθυνόταν από τον C. Raman. Εκεί ο Bhabha δημιούργησε το τμήμα έρευνας κοσμικών ακτίνων και πήρε κοντά του για να δουλέψουν μαζί του μερικούς φοιτητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Harish-Chandra. Την ίδια εποχή δούλευε ανεξάρτητα στη δημιουργία πυρηνικών όπλων.
Στις 20 Μαρτίου 1941 εκλέχτηκε ως μέλος της Royal Society του Λονδίνου.

Το 1944 κι ενώ η Ινδία ήταν ακόμη υπό Βρετανική κατοχή, ο Bhabha αντιλαμβανόμενος τη σημασία δημιουργίας εργαστηρίων για πυρηνική έρευνα στην Ινδία, απευθύνθηκε στον μεγαλοεπιχειρηματία και οραματιστή Dorabji Jamsetji Tata, ζητώντας τη συνδρομή του. Πραγματικά η πρόταση του Bhabha έγινε δεκτή και τον επόμενο χρόνο δημιουργήθηκε στη Βομβάη το Ινστιτούτο Tata για Θεμελιώδη Έρευνα. Η χρηματοδότηση παρείχε στο ινστιτούτο τη δυνατότητα ευρείας κλίμακας έρευνα στη φυσική, τη χημεία, τα ηλεκτρονικά και τα μαθηματικά.
Στα επόμενα χρόνια ο Bhabha έπαιξε ενεργό ρόλο στη δημιουργία της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας το 1948 και του Υπουργείου Ατομικής Ενέργειας το 1954
Οραματίστηκε ένα πυρηνικό πρόγραμμα τριών σταδίων που θα αποτελείται από τη χρησιμοποίηση του φυσικού ουρανίου, θορίου και πλουτωνίου σε εξελιγμένους πυρηνικούς αντιδραστήρες με καθετοποιημένη λειτουργία. Εξαιτίας αυτού, κλήθηκε πατέρας του προγράμματος πυρηνικής ενέργειας της Ινδίας.

Το 1954 τιμήθηκε από την Ινδική κυβέρνηση με το βραβείο Padma Bhushan για την ανεκτίμητη προσφορά του στην επιστήμη και τη μηχανική.

Το 1955 στη Γενεύη της Ελβετίας ήταν πρόεδρος της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Ειρηνική Χρήση της Πυρηνικής Ενέργειας. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να είναι οπαδός της ανάπτυξης των πυρηνικών όπλων, κάτι που επεδίωξε για την Ινδία, ιδιαίτερα μετά τον συνοριακό πόλεμο με την Κίνα το 1962.  

Το 1958 εξελέγη τιμητικά μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών.
Ο Bhabha κέρδισε το διεθνές επιστημονικό ενδιαφέρον όταν διατύπωσε με σωστό τρόπο την πιθανότητα σκέδασης ποζιτρονίων από ηλεκτρόνια, μια διαδικασία γνωστή σήμερα ως σκέδαση Bhabha. 

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 βοήθησε σημαντικά τον Vikram Sarabhai να θεμελιώσει το πρόγραμμα της Ινδίας για την έρευνα του Διαστήματος.

Εκτός από εξαιρετικός επιστήμονας και οραματιστής, ο Bhabha υπήρξε ζωγράφος και φίλος της κλασικής μουσικής και της όπερας.

Στις 23 Ιανουαρίου 1966 ταξίδευσε από τη Βομβάη για τη Γενεύη με την πτήση 101 της Air India για να συμμετάσχει σε συνεδρία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Μετά από δύο προγραμματισμένες στάσεις στο Δελχί και στη Βηρυτό, την επόμενη μέρα το Boeing 707 συνετρίβη στις Γαλλικές Άλπεις κοντά στο Rochers de la Tournette με αποτέλεσμα το θάνατο των 117 επιβαινόντων. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αιτία του δυστυχήματος ήταν η κακή συνεννόηση του πιλότου με το κέντρο ελέγχου πτήσεων της Γενεύης σχετικά με τη θέση του αεροπλάνου. 
Σύμφωνα με μια θεωρία συνωμοσίας, σε δημοσιευμένες συνεντεύξεις του ο πρώην πράκτορας της CIA Robert Crowley  ισχυρίστηκε στο δημοσιογράφο Gregory Douglas, ότι η CIA ανατίναξε το αεροπλάνο που επέβαινε ο Homi Bhabha, επειδή εκείνη την εποχή ανησυχούσε για τα σχέδια της Ινδίας στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.

Μετά τον θάνατο του Bhabha, η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας στη Βομβάη μετονομάστηκε προς τιμή του σε Κέντρο Ατομικής Έρευνας Bhabha.
Από το 1967 υπάρχει το Συμβούλιο Υποτροφιών Homi Bhabha. Άλλα ονομαστά ινστιτούτα στην Ινδία προς τιμή του είναι το Εθνικό Ινστιτούτο Homi Bhabha και το Κέντρο Homi Bhabha για την Επιστημονική Εκπαίδευση στη Βομβάη.


Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1907 γεννήθηκε ο νομπελίστας Ιάπωνας φυσικός Hideki Yukawa.


Ο Hideki Yukawa φωτογραφημένος στο εργαστήριό του
το 1969, από τον Καναδό φωτογράφο Yousuf Karsh.

Σαν σήμερα, στις 23 Ιανουαρίου 1907, γεννήθηκε ο θεωρητικός φυσικός Χιντέκι Γιουκάβα (ιαπ. 湯川 秀樹) (πρώην Ogawa) στο Τόκιο της Ιαπωνίας. Ήταν το πέμπτο από τα επτά παιδιά του ζεύγους Takuji και Koyuki Ogawa. Οι γονείς προέρχονταν από μορφωμένες οικογένειες της παράδοσης σαμουράι και φρόντισαν τα παιδιά τους ν' αποκτήσουν καλό μορφωτικό υπόβαθρο. 
Το 1908 η οικογένεια μετακόμισε στο Κιότο, επειδή ο Takuji Ogawa που ήταν γεωλόγος, έγινε καθηγητής στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Κιότο. Έτσι, ο Χιντέκι ουσιαστικά μεγάλωσε στο Κιότο κι εκεί πήγε σχολείο. 
Το 1923 ο Γιουκάβα γράφτηκε στο 3ο Γυμνάσιο του Κιότο, όπου ήταν συμμαθητής με τον μετέπειτα επίσης διάσημο θεωρητικό φυσικό Sin'ichirō Tomonaga. Μαζί γράφτηκαν το 1926 στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Κιότο και μαζί αποφοίτησαν το 1929. Έμειναν μέχρι το 1932 στο Κιότο και τότε ο μεν Γιουκάβα έγινε λέκτορας στο Κιότο, ο δε Tomonaga μετακόμισε στο Τόκιο. Την ίδια χρονιά ο Γιουκάβα παντρεύτηκε την Sumi Yukawa και πήγε να μείνει στην Οσάκα με την οικογένεια της γυναίκας του. Για παραδοσιακούς λόγους πήρε το επίθετο της γυναίκας του, επειδή ο πεθερός του δεν είχε γιο και ο ίδιος προερχόταν από οικογένεια με πολλά αγόρια. Χωρίς ν' αφήσει τη θέση στο Κιότο, παράλληλα έγινε λέκτορας και στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο της Οσάκα.
Το 1935, στην πρώτη επιστημονική δημοσίευση που έκανε, αναφέρθηκε στη θεωρία των μεσονίων με την οποία εξηγούσε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πρωτόνια και τα νετρόνια. Η διατύπωση αυτής της θεωρίας βοήθησε πολύ στην εξέλιξη της έρευνας στη σωματιδιακή φυσική, με αποτέλεσμα το 1936 να γίνει αναπληρωτής καθηγητής στην Οσάκα. Το 1938 πήρε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο της Οσάκα.

Το φθινόπωρο του 1939 ο Γιουκάβα έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κιότο, θέση που διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε για πρώτη φορά στο εξωτερικό. 
Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου συνέχισε την έρευνά του δίχως ν' αναμιχτεί σε στρατιωτική έρευνα της χώρας του.
Το 1948 έγινε επισκέπτης καθηγητής στο Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών του Princeton και το 1949, αφού πήρε το Νόμπελ Φυσικής, έγινε καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο Columbia 
Το βραβείο Νόμπελ του απονεμήθηκε "για την πρόβλεψη ύπαρξης των μεσονίων, βασισμένη στη θεωρητική εργασία για τις πυρηνικές δυνάμεις", όταν οι Cecil Frank Powell, Giuseppe Occhialini και César Lattes ανακάλυψαν το 1947 το σωματίδιο πιόνιο που είχε προβλέψει ο Γιουκάβα. Ήταν ο πρώτος Ιάπωνας πολίτης που έπαιρνε βραβείο Νόμπελ.

Για να τον τιμήσει η Ιαπωνική κυβέρνηση (και να τον δελεάσει να επιστρέψει στην πατρίδα του) δημιούργησε το Ινστιτούτο Έρευνας Θεμελιώδους Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Κιότο. Ο Γιουκάβα έγινε ο πρώτος διευθυντής του Ινστιτούτου. Μετά την συνταξιοδότησή του το 1970 παρέμεινε δραστήριος εργαζόμενος στη θεωρητική φυσική και γράφοντας άρθρα για την ειρήνη και την παγκόσμια αδερφοσύνη. 
Ήταν ένας από τους έντεκα επιστήμονες που το 1955 υπέγραψαν το Μανιφέστο Ράσελ - Αϊνστάιν που υπογράμμιζε τους κινδύνους που εγείρονται από τη χρήση πυρηνικών όπλων.

Ο Γιουκάβα, μετά την αρχική πρόβλεψη του G. C. Wick, επίσης εργάστηκε στη θεωρία της Κ-σύλληψης (K-capture) κατά την οποία ένα ηλεκτρόνιο χαμηλής ενέργειας απορροφάται από τον πυρήνα.

Η πατρίδα του τον τίμησε με πολλά βραβεία, όπως το Αυτοκρατορικό Βραβείο της Ιαπωνικής Ακαδημίας (1940), το Ακαδημαϊκό Βραβείο Noma (1941) κλπ.
Επίσης του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο Lomonosov (1964), το Μετάλλιο Τιμής της (πρώην) Ανατολικής Γερμανίας (1967), το Μετάλλιο της Ποντιφικής Ακαδημίας Επιστημών (1967) κλπ.

Έγραψε εισαγωγικά βιβλία για την Κβαντομηχανική και τη Φυσική Στοιχειωδών Σωματιδίων και απέκτησε τιμητικές διακρίσεις από το Πανεπιστήμιο των Παρισίων και από τη Βασιλική Κοινότητα του Εδιμβούργου.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, λόγω επιδεινούμενης αναπηρίας, εκινείτο με αναπηρικό καρότσι.
Πέθανε στο σπίτι του στη Sakyo-ku του Κιότο, στις 8 Σεπτεμβρίου 1981 σε ηλικία 74 ετών, από πνευμονία και στη συνέχεια συγκοπή καρδιάς. Ο τάφος του βρίσκεται στη Higashiyama-ku του Κιότο.

Πηγή: Today in Science History